Archive for the ‘Εκκλησίες’ Category

Η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη…1961

Ιανουαρίου 7, 2017

 

 

Η παλαιότερη γνωστή απεικόνιση της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη (στην επώνυμη ενορία του Βαρωσιού) χρονολογείται to 1961  σε δύο φωτογραφικά δελτάρια που έκδωσε ο φωτογραφικός οίκος Ζαρταριάν για λογαριασμό του φωτογραφικού καταστήματος του Ανδρέα Σωτηρίου (Kodak Shop) . Η εκκλησία στην σημερινή της μορφή τέλειωσε το 1961 σύμφωνα με την Θέκλα Μαυρουδή, αντικαταστώντας την μικρότερη που προϋπήρχε.

 

 

 

 

img_0001

Αποψη της Ενορίας

 

Καλά Χριστούγεννα και ευτυχές το νέο έτος…με την ευχετήρια κάρτα του ιερέα της Παναγίας της Λύσης 1962

Δεκέμβριος 24, 2016

Ένα σπάνιο φωτογραφικό δελτάριο της Παναγίας της Λύσης των αρχών της δεκαετίας του 1960.

img_0001

Η εκκλησία χτίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα από τον Ιάκωβο Παύλου, τον φημισμένο Μάστρε Γιακουμή, ο οποίος “αρχιτεκτόνισε” και έκτισε την εκκλησία. Ο Μάστρε Γιακουμής ανέβαινε στο άλογο και πήγαινε στην Αμμόχωστο, μελετούσε την εκκλησία του Αγ. Νικολάου που είχε σαν πρότυπο του και στην συνέχεια εφάρμοζε την τεχνική του.

img_0002

Το αναμνηστικό δελτάριο είναι υπογραμμένο από τον ιερέα της Παναγίας της Λύσης ο οποίος στέλνει τις ευχές του στον Πατήρ Βαρνάβα στο μοναστήρι του Αποστόλου Βαρνάβα στην Σαλαμίνα.

 

 

Οι Γέροντες Χαρίτων, Στέφανος και Βαρνάβας και το Μοναστήρι του Αποστόλου Βαρνάβα.

Ιουνίου 12, 2016

Αντικείμενο της σημερινής ανάρτησης ίσως η παλαιότερη γνωστή φωτογραφία των γερόντων της Μονής του Αποστόλου Βαρνάβα. Η φωτογραφία αποτελεί μέρος μιας συλλογής από φωτογραφικά δελτάρια που πάρθηκαν από  Βρεττανό αξιωματικό που είχε σαν βάση του το στρατόπεδο στον Καράολο την περίοδο 1919-20.

IMG_0001

Δυο από τους τρείς αδελφούς το 1919

Το μοναστήρι του Αποστόλου Βαρνάβα είναι συνδεδεμένο με τον Απόστολο Βαρνάβα, ιδρυτή της Εκκλησίας της Κύπρου. Όμως για πολλά χρόνια ήταν παραμελημένο και στον προηγούμενο αιώνα οι τρεις άγιοι Γέροντες, ο πατήρ Χαρίτων, ο πατήρ Στέφανος και ο πατήρ Βαρνάβας το αναστήλωσαν και με την αγάπη, το μόχθο, τον ιδρώτα και την αυταπάρνηση τους, κατόρθωσαν να το φέρουν σε μια ζηλευτή κατάσταση, ως το 1974, που καταλήφθηκε απο τους Τούρκους εισβολείς.

Σύμφωνα με τον Βασίλειο Καραγιάννη, Χωρεπίσκοπο Τριμυθούντος, Οι πατέρες της μονής, οι τρεις αδελφοί, Χαρίτων, Στέφανος και Βαρνάβας είχαν εγκατασταθεί στον Απόστολο Βαρνάβα, το 1917, κατόπιν προτροπής και αδείας του τότε Αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Γ’ (εκ Πραστειού Μεσαορίας), «το Κυριλλούδι» όπως τον έλεγαν. Οι τρεις αδελφοί κατάγονταν από το χωριό Αφάνεια, κοντά στην Άσσια, ήταν παιδιά ιερατικής οικογένειας. Ο πατέρας τους ήταν ο παπα-Γαβριήλ και ο παππούς τους, επίσης, ήταν ιερέας και ονομαζόταν παπα-Σάββας. Ο πατέρας τους είχε πεθάνει πολύ νωρίς (το 1900). Τους είχε αφήσει μεταξύ 6,8 και 12 ετών τον καθένα. Ο πατήρ Χαρίτων, ο οποίος ήταν το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας (μάλλον γέννημα του 1888), εντάχθηκε σε μια μικρή αδελφότητα, αγιορειτών πατέρων. Ο Χαρίτων γνώρισε τους αγιορείτες όταν είχαν προσκληθεί να κάμουν μια αγιογραφία του Αγίου Γεωργίου στην Ασσια. Δύο ήταν οι πατέρες αυτοί και πήγανε στον Άγιο Γεώργιο Χαβούζας, στη Λεμεσό, για ένα πολύ μικρό διάστημα, και έπειτα στον Άγιο Γεώργιο τον Αλαμανό.  Όταν τελείωσε το δημοτικό και ο δεύτερος αδελφός του πατρός Χαρίτωνος, ο Στέφανος, είχε πάει να επισκεφθεί τον αδελφό του και παρέμεινε και αυτός στον Άγιο Γεώργιο της Χαβούζας. Μετά, τελειώνοντας και ο τρίτος, ο πατήρ Βαρνάβας πήγε και αυτός και παρέμεινε κοντά στους αδελφούς του, Χαρίτωνα και Στέφανο. Τους επισκεπτόταν και η μητέρα τους, Παρασκευή η πρεσβυτέρα. Οι αγιορείτες την παρότρυναν να πάει και αυτή να γίνει μοναχή, με τα παιδιά και τη θυγατέρα της, αδελφή των τριών.

Η μοναχική τους ζωή ουσιαστικά ξεκινά από τον Άγιο Γεώργιο τον Αλαμανό. Εκεί έμαθαν και την τέχνη της αγιογραφίας (για την οποία ήταν μετά πασίγνωστοι). Έπειτα, για διάφορους λόγους, έφυγαν οι τρεις αδελφοί και με την άδεια του Αρχιεπισκόπου Κυρίλλου, εγκαταστάθηκαν στο τότε εγκαταλελειμμένο μοναστήρι του Αποστόλου Βαρνάβα. Ο Αρχιεπίσκοπος Κύριλλος είχε την ιδέα ότι η μονή του Αποστόλου Βαρνάβα, του ιδρυτού της Εκκλησίας της Κύπρου, δεν θα έπρεπε να ήταν άδεια και ερειπωμένη.

IMG_0002

Η ερειπωμένη μονή το 1915 (φωτογραφικό δελτάριο Φώσκολου)

 

Σύμφωνα με τον Αρχιμανδρίτη Γαβριήλ, πνευματικό στην Ιερά Μονή Κύκκου, είπε: «άσε να το δω το πράμα, το έχουμε ενοικιάσει, να δούμε πότε λήγει η προθεσμία που το έχουμε ενοικιάσει και εάν είναι κοντά θα διακόψετε. Οπόταν, όταν ήρθε η μέρα του Αποστόλου Βαρνάβα τους κάλεσε να πάνε στην εορτή του αγίου και για να δει τα πράγματα πως έχουν. Τότε, έκανε λήξη της ενοικιάσεως και τους είπε: – «Θα σας παραδώσω το μοναστήρι και θέλω να βιώσετε εδώ». Μαζί με τους τρείς αδελφούς εγκαταστάθηκε και η μητέρα τους, η οποία, εν τω μεταξύ είχε γίνει μοναχή. Μάλιστα στο προαύλιο της μονής βρίσκεται και ο τάφος της. Είχε πάρει το όνομα Ευπραξία μοναχή και είχε πεθάνει στο τέλος της δεκαετίας του 1940.

 

Ο πατήρ Χαρίτων ήταν ο μεγαλύτερος και μάλλον ήτανε ηγετική μορφή. Επέβαλλε την άποψη του. Όταν υπήρχε συζήτηση μεταξύ τους για τα διάφορα προβλήματα και τέλος εκφραζόταν ο πατήρ Χαρίτων η άποψη του ήταν τελεσίδικη. Οι αποφάσεις που ελάμβαναν οι τρεις τους, πάντοτε, καθοδηγούντο από την άποψη του πατρός Χαρίτωνος που αντικαθιστούσε, κατά κάποιον τρόπον, την πατρική αυθεντία. Αυτό λειτούργησε και μέσα στη μοναχική τους συνείδηση ότι έπρεπε να υπάρχει μια αυθεντία, για να μπορέσουν να προοδεύσουν πνευματικά και στη μοναχική τους ζωή και σε όλους τους τομείς.

 

Παρά το ότι ο π. Χαρίτων ήταν η πνευματική αρχή, εντούτοις, δεν έγινε ηγούμενος, το 1964, αλλά ο π. Στέφανος. Τούτο, δεν οφειλόταν στο γεγονός ότι ο π. Στέφανος είχε πάρει στα χέρια του τα ηνία. Τα είχε ο π. Χαρίτων. Ωστόσο υπέφερε από καταρράκτη και δεν έβλεπε και είχε σταματήσει να λειτουργεί. Έτσι παράδωσε αυτήν την εξουσία στον επόμενο αδελφό, που ήταν ο Στέφανος.

 

Στην κοινή αυτή πορεία που είχανε και οι τρεις, ο π. Στέφανος, το 1964, αναδεικνύεται από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο τον Γ’, ως ο πρώτος ηγούμενος της μονής, της νεότατης αυτής περιόδου, η οποία, δυστυχώς, κράτησε από το 1964 έως το 1974, οπότε η μονή έπεσε στα χέρια των Τούρκων κατακτητών. Την ίδια πορεία ακολούθησε και ο πατήρ Βαρνάβας, ο νεότερος αδελφός. Στην όλη ανάμνηση όλων των ανθρώπων που τους γνώριζαν, πάντοτε τους έβλεπαν να κάθονται μπροστά στο αγιογραφικό αναλόγιο και να ζωγραφίζουν.

 

Οι τρεις αδελφοί ήταν αφοσιωμένοι στη μοναχική τους ζωή και στο μοναστήρι. Έγιναν και οι ανακαινιστές της μονής με προσωπικά τους έξοδα και μέσα από στερήσεις. Η ανακαίνιση την οποίαν είχαν κάνει σημάδεψε τη νεότερη ιστορία της μονής.

Μετά την Τουρκική εισβολή και είχαν μείνει εγκλωβισμένοι στο μοναστήρι, από το 1974 μέχρι τα Χριστούγεννα του 1976, οπόταν αναγκάστηκαν να φύγουν. Όταν έφυγαν, πήγανε, για ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, στο Σταυροβούνι και κατέληξαν στον Άγιο Γεώργιο τον Αλαμανό. Πέθαναν εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν τη μοναχική τους ζωή. Ο πατήρ Βαρνάβας έζησε μέχρι το 1983. Ήταν ο νεότερος. Οι άλλοι δύο πατέρες, ο Χαρίτων πέθανε το 1976 και ο Στέφανος το 1977.

“Η μικρή Αγιά Σοφκιά”

Δεκέμβριος 13, 2015

Τον Απρίλιο του 1902 η εφημερίδα Φωνή της Κύπρου δημοσίευσε ενα αρθρο με τον τίτλο Φωτογραφημένα Δελτάρια.

Εχω ενώπιον μου φωτογραφημένα ταχυδρομικά δελτάρια τα οποία πωλούνται εις το βιβλιοπωλείον του κ. Ιωαννίδου εν Λεμησσώ. Είναι όλα καλλιτεχνικώτατα και τα συνιστώ είς πάντας. Τα είδη όμως μου φαίνονται πολύ ολίγα. Η Κύπρος περιέχει πλείστα όσα ωραιότατα και ρομαντικώτατα τοπία, τα οποία ηδύνατο να φωτογραφηθούν επι δελταρίων. Η Αγία Σοφία της Λευκωσίας, η γραφική δεντροστοιχεία του Μετοχίου Κύκκου, ο πύργος του Κολοσσίου και αλλα ειναι αντικείμενα, τα οποία δεν πρέπει να παροραθούν δια τον αναφερόμενον σκοπόν.

Μια μικρά παρατήρησις. Η εικών της γοτθικής εκκλησίας της Αμμοχώστου είνα καθόλα επιτυχημένη. Αλλά το κομψόν τούτον κτίριον δεν ονομάζεται Αγία Σοφία αλλά Αγιος Νικόλαος και λυπούμαι να βλέπω το λάθος τούτο να επαναλαμβάνεται.

IMG_0001

Το φωτογραφικό δελτάριο του Απόστολου Ιωαννίδη (1902)

 

Το σχόλιο της εφημερίδας μάλλον θα εκφραζε την τότε αντίληψη των εκδοτών φωτογραφικών δελταρίων (Κύπριοι βιβλιοπώλες και φωτογράφοι)για την σωστή ονομασία του καθεδρικού ναού του Αγίου Νικολάου γιατί όλα τα δελτάρια που εκδόθηκαν μετέπειτα (με εξαίρεση ενα δελτάριο του Μιχαήλ Καρεμφιλάκη του 1903) φέρουν την ονομασία  Αγιος Νικόλαος.

Η παραπάνω αντίληψη ηταν όμως ενάντια στην κουλτούρα της μεγάλης μάζας των λαικών στρωμάτων της Κυπριακής κοινωνίας. Οι δύο μεγαλοπρεπείς γοτθικοί καθεδρικοί ναοί (Η Αγία Σοφία στην Λευκωσία και ο Αγιος Νικόλαος στην Αμμόχωστο) ηταν συνυφασμένοι με την ξακουστή Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη. Ετσι η ονομασία του ναού του Αγίου Νικολάου μετατράπηκε σε Αγιά Σοφκιά.

Παρόμοια ηταν και η αντίληψη των Οθωμανών οι οποίοι μετάτρεψαν τους ναούς σε τζαμιά αμέσως  μετά την κατάληψη της Λευκωσίας και Αμμοχώστου το 1571. Η εξέλιξη της Οθωμανικής επίδρασης είναο πολύ ενδιαφέρουσα. Πολύτιμες πληροφορίες αναφέρει η αρχιτέκτων και ερευνήτρια Σεβίνα Φλωρίδου που μας παραπέμπει στην μελέτη της Gulru Necipoglu, The Age of Sinan, Architectural Culture in the Ottoman Empire (Reaktion Books, 2005).

Μετά την κατάληψη της Κύπρου ο κυβερνήτης και ο υπεύθυνος για τα οικονομικά ρώτησαν  την Υψηλή Πύλη το 1572 για τον αριθμό των μιναρέδων που έπρεπε να κτίσουν στα δύο πρόσφατα μετετραμμένες γοτθικές εκκλησίες, την μικρή Αγιά Σοφιά (Kuchuk AyaSofya) στην Αμμόχωστο και την Μεγάλη Αγιά Σοφιά (Buyuk AyaSofya). Λαμβάνοντας υπόψη την σχετική υπόσταση του κάθε Σουλτανικού τζαμιού, το Οθωμανικό φιρμάνι του Σελίμ του Β’, για τον οποίον η Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη είχε ανακαινισθεί περίπου την ίδια περίοδο απάντησε

Αναφέρατε οτι τα τζαμιά της Παρασκευής στα κάστρα της Λευκωσίας και της Αμμοχώστου δεν υπάρχουν μιναρέδες και ερωτείτε πόσους μιναρέδες πρέπει να κατασκευαστούν. Διατάζω να αναγερθούν δύο μιναρεδες  στο ιερό τζαμι της Παρασκευής στην Λευκωσία και μόνο ενα μιναρέ στο τζαμί της Αμμοχώστου. Κτείστε αυτούς τους μιναρέδες οταν οι επισκευές στα τείχη αυτών των κάστρων έχουν συμπληρωθεί.

Η Σεβίνα Φλωρίδου αναφέρει επίσης οτι σύμφωνα με την παράδοση της τότε εποχής τζαμιά του μεγέθους και σημαντικότητας της Αμμοχώστου θα έπρεπε να έφεραν το ονομα του Σελίμ Β’ η ενός απο τους γιούς του. Ομως ο Σελίμ Β’ ποτέ δεν πάτησε το πόδι του στην Κύπρο διότι επισκέφθηκε την Μέκκα που είχε καταληφθεί περίπου την ιδια εποχή. Ετσι και τα δύο τζαμιά πήραν το ονομα AyaSofya. Στην Λευκωσία  πήρε το πρόσημο Buyuk (μεγάλο)και στην Αμμόχωστο το πρόσημο Kuchuk (μικρό).

Πολύ μεταγενέστερα (το 1954) το τζαμί στην Αμμόχωστο μετονομάστηκε σε Lala Mustafa Pasha Mosque εις μνήμη του Οθωμανού στρατηγού που κατάκτησε την Αμμόχωστο. Η μετονομασία εγινε στο πλαίσιο της ανόδου της Νεοτουρκικής εθνικιστικής ταυτότητας στην Κύπρο. Η χρήση του ονόματος του στρατηγού (και οχι του Σουλτάνου) ηταν ισως στο πλαίσιο του σεβασμού στην στρατιωτική δύναμη των προκατόχων των Νεοτούρκων (των Οθωμανών)  αλλά οχι των Σουλτάνων (τους οποίους είχαν ανατρέψει οι Νεότουρκοι του Κεμάλ Ατατούρκ).

IMG_0003

Το δελτάριο του Μαγκοιάν (1954)

 

Το 1954 ο Αρμένιος φωτογράφος Haigaz Mangoian κυκλοφόρησε το πρώτο φωτογραφικό δελτάριο που χρησιμοποιεί την ονομασια Lala Mustafa Pasha Mosque.

The Little AyaSofya

In the April 1902 edition of the Cypriot newspaper The Voice of Cyprus there is an article about the newly introduced picture postcards of Cyprus in which we read:

I have before me picture postcards which are on sale at Mr Ioannides’s bookshop in Limassol. They are all very artistic and I would recommend them to all. But there are not enough of these cards. Cyprus has an abundance of the most beautiful and romantic views which could also be publicised in this way. Ayia Sofia in Nicosia, the picturesque tree lined avenue at Kykko Monastery, the castle at Kolossi, and many other subjects, should be photographed for this purpose. Here I should note that the picture of the gothic cathedral at Famagusta is excellent. This elegant edifice, however, is not Ayia Sofia but Ayios Nikolaos, and I am sorry to note that this is a recurring error.

The comment of the newspaper most probably captured the views of most publishers of picture postcards (Cypriot booksellers and photographers) about the right name for the cathedral because all postcards that were subsequently published (with the exception of a card issued by Michael Caremfilakis in 1903) bore the name Ayios Nikolaos (Saint Nicholas).

The view taken by the newspaper was, however, against the prevailing view amongst the popular masses of Cypriot society. The two magnificent Gothic cathedrals (Saint Sophia in Nicosia and Saint Nicholas in Famagusta) were closely associated with the great Saint Sophia in Constantinople. Thus the name used by the population at large was Saint Sophia.

A similar approach to the name was taken by the Ottomans who converted the cathedrals to mosques immediately after the occupation of Nicosia and Famagusta in 1571. The development of the Ottoman influence is very interesting. Valuable information is provided by the architect and researcher Sevina Floridou who refers to the study by Gulru Necipoglu, The Age of Sinan, Architectural Culture in the Ottoman Empire (Reaktion Books, 2005).

After the occupation of Cyprus the Ottoman governor and the official in charge of the finances asked the High Porte in 1572 about how many minarets should be built in the  newly converted mosques, the little AyaSofya (Kuchuk AyaSofya) in Famagusta and the Big AyaSofya (Buyuk AyaSofya) in Nicosia. Having taken into consideration the relative standing of each Sultanic mosque, the imperial decree of Selim II ,for whom the Ayia Sofia in Constantinople was remodelled around the same time, responded:

“You have reported that the Friday mosques in the castles of Famagusta and Nicosia do not have minarets and ask how many should be built. I order two minarets be constructed in the noble Friday mosque of Nicosia and only one in the mosque of Famagusta. Build those minarets once the repair of those castles is completed.”

Sevina Floridou also comments that according to the traditions of the Ottoman court, mosques of the size and importance of the one in Famagusta should have carried the name of the Sultan or one of his sons. However, Sultan Selim II never set foot on Cyprus because he was busy visiting Mecca which had been conquered at about the same time. Thus both mosques were named Aya Sofya and the prefix Kuchuk (Little) and Buyuk (Large) were added.

Much later (in 1954) the mosque in Famagusta was renamed Lala Mustafa Pasha, in memory of the general who had conquered Famagusta. The renaming took place in the context of the rising Turkish nationalism in Cyprus. The use of the name of the general (and not that of the Sultan) was probably intended to stress the military prowess of the predecessors of the Turkish state (the Ottomans) but not of the Sultans themselves who had been overthrown by the NeoTurks.

In 1954 the Armenian photographer and publisher of picture postcards, Haigaz Mangoian, published the first picture postcard of the cathedral (now a mosque) bearing the name Lala Mustafa Pasha in the title.

 

Το πρώτο φωτογραφικό δελτάριο του Αγιου Γεώργιου του Εξορινού (1913)

Οκτώβριος 18, 2015

Ο ναὸς τού Ἁγίου Γεωργίου τού Ἐξορινού η «τού Ξορινού», (ὅπως οἱ ντόπιοι τὸν ἀποκαλούσαν) άρχισε να λειτουργεί σαν ορθόδοξη εκκλησία το 1907 μετά απο σχετική άδεια της αποικιοκρατικής κυβέρνησης , ανατρέποντας την προηγούμενη της χρήση σαν αποθήκη και στάβλος απο τούς Οθωμανούς κατακτητές.

Ισως επ’ ευκαιρία της επαναλειτουργίας της εκκλησίας το “βιβλιοπωλείον-Χαρτοπωλείον Σάββα Ιωάννου εν Βαρωσίοις” άρχισε την διάθεση φωτογραφικών δελταρίων του ναού γύρω στο 1913.

Ο Αγιος Γεώργιος ο Εξορινός (φωτογραφικό δελτάριο Σάββα Ιωάννου, 1913)

Ο Αγιος Γεώργιος ο Εξορινός (φωτογραφικό δελτάριο Σάββα Ιωάννου, 1913)

Η ταυτότητα του φωτογράφου δεν είναι γνωστή αλλά ίσως να είναι ο εκ Λεμεσού Ιωάννης Φώσκολος ο οποίος είναι ο φωτογράφος πολλών άλλων φωτογραφικών δελταρίων του Ιωάννου.

Ο πολύπλοκος και πολύπλευρος (απο απόψεως κουλτούρας και θρησκείας) χαρακτήρας της Αμμοχώστου περιλάμβανε Ελληνες, Λατίνους, Αρμενίους, Γεωργιανούς, Κόπτες, Αιθίοπες,, Εβραίους, Αραβες και Τούρκους και άφησε δυνατά αποτυπώματα στην αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης. Ὁ ναὸς τού Ἁγίου Γεωργίου τού Ἐξορινού  ἀποτελεί ενα ἀπὸ τὰ μεσαιωνικὰ μνημεία τής Ἀμμοχώστου, τὸ ὁποίο έχει διατηρηθεί σὲ σχετικὰ καλὴ κατάσταση και είναι ενα ωραίο δείγμα του κοσμοπολίτικου χαρακτήρα της πόλης.

Αρχιτεκτονικό πλάνο του ναού (σχέδιο του Camille Enlart)

Αρχιτεκτονικό πλάνο του ναού (σχέδιο του Camille Enlart)

Ο ναὸς ἀρχικὰ κτίθηκε ὡς μονόχωρος μὲ προεξέχουσα ἁψίδα καὶ στεγάσθηκε διὰ τριών σταυροθολίων, ἐνώ ἡ ἁψίδα τού διὰ τεταρτοσφαιρίου. Σὲ μεταγενέστερο στάδιο διευρύνθηκε πρὸς βορρᾶν καὶ νότον μὲ τὴν προσθήκη ἑνὸς ἀκόμη κλίτους σὲ κάθε πλευρά, στεγασμένου μὲ δύο σταυροθόλια καὶ μὲ προεξέχουσες ἁψίδες. Διακοσμήθηκε στὸ ἐσωτερικό του μὲ τοιχογραφίες διαφορετικών περιόδων, ἀπὸ τὶς ὁποίες έχει διασωθεί σήμερα ἀποσπασματικὸς τοιχογραφικὸς διάκοσμος τουλάχιστον τεσσάρων φάσεων. Ἐντυπωσιακὸ στὴν ἀνωδομὴ του είναι ἡ χρήση διαφορετικού χρώματος λίθων, οἱ ὁποίοι σχηματίζουν τὸ σύμβολο τού σταυρού.

Το εσωτερικό του Ναού (φωτογραφία Spiridione Curuni)

Το εσωτερικό του Ναού (φωτογραφία Spiridione Curuni)

Ο ναὸς θεωρήθηκε πὼς ήταν ἡ “ἐκκλησία τών Νεστοριανών”, η ὁποία ἀναφέρεται σὲ έγγραφα τής περιόδου τής Λατινοκρατίας. Ο Γάλλος ιστορικός και μελετητής της Γοτθικής αρχιτεκτονικής της Κύπρου, Camille Enlart, στο θεμελιώδες συγγραφικό του έργο Gothic  Art and the Renaissance in Cyprus (1899) μας αναφέρει οτι οι τοιχογραφίες του ναού περιέχουν τοιχογραφίες με Συριακές επιγραφές  και τις θεώρησε σαν απόδειξη οτι η εκκλησία ταυτίζεται με τον ναό τον οποίο σύμφωνα με τον Κύπριο χρονογράφο Λεόντο Μαχαιρά και Διομήδη Στραμπάντι είχε κτιστεί γύρω στο 1360 απο τους αδελφούς Lakhas (η Lakhanopoulos ), δυο αδελφούς απο την Ανατολική Συρία (δηλαδή Νεστοριανούς ), εμπόρους (ίσως απο την Μοσούλη) οι οποίο ηταν πασίγνωστοι για τα αμύθητα πλούτη τους.

Η πρόσφατη μελέτη του  Ἰταλού βυζαντινολόγου Michele Bacci ἀμφισβήτησε τὴ διαδεδομένη αὐτὴ άποψη, ὑποστηρίζοντας πὼς στὸ ναὸ αὐτὸ θὰ ἐγκαταστάθηκε κοινότητα Μελκιτών η Δυτικών Σύρων ἀπὸ τὸ Λίβανο, μετὰ τὴν πτώση τών σταυροφορικών βασιλείων στὰ χέρια τών Μουσουλμάνων. Στὴν άποψή του αὐτὴ ὁδηγήθηκε βάσει ἱστορικών, ἀρχιτεκτονικών ἀλλὰ καὶ εἰκονογραφικών στοιχείων, τὰ ὁποία δὲν συνάδουν μὲ τίς θρησκευτικές πεποιθήσεις τών Νεστοριανών.

Ο μάρτυρ Μηνάς και ένας Αγιος Μοναχός (c1350-70), φωτογραφία Michele Bacci

Ο μάρτυρ Μηνάς και ένας Αγιος Μοναχός (c1350-70), φωτογραφία Michele Bacci

Μετὰ τὴν κατάληψη τής Κύπρου ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1571 ὁ ἱερὸς ναὸς τού Ἁγίου Γεωργίου μετετράπη σὲ στάβλο γιὰ καμήλες. Ἐπὶ Ἀγγλοκρατίας ὁ ναὸς παραχωρήθηκε ἀπὸ τὴν ἀποικιοκρατικὴ κυβέρνηση μὲ ἐνοίκιο στοὺς Ὀρθοδόξους καὶ ἀποτέλεσε τὸν ὀρθόδοξο ναὸ της Ἀμμοχώστου εως τὸ 1957 οταν οι Τούρκοι εισέβαλαν και κατέστρεψαν  το εσωτερικό του ναού. Σε προηγούμενη ανάρτηση παρουσιάστηκε προσκλητήριο γάμου που τελέσθηκε στον ναό (Ενθυμήματα του Αη Γιώρκη του Εξορινού…Ενας γάμος το 1953). Τὸ 1936 κατεγράφη στὸ ναὸ φορητὴ εἰκόνα τής Ἀναλήψεως, χρονολογούμενη στὸ 1725. Σύμφωνα μὲ παλαιὰ παράδοση, ἂν κάποιος ἐπιθυμούσε νὰ ξεφορτωθεί κάποιον, μάζευε σκόνη ἀπὸ τὸ ναὸ καὶ τὴν άφηνε έξω ἀπὸ τὴν οἰκία τού ἐχθρού του καὶ ἐκείνος ἐντὸς ἑνός έτους είτε θὰ πέθαινε, είτε θὰ ἐγκατέλειπε τὴν Κύπρο!.

”Οι Γαλλικές πόλεις της Κύπρου”, Achille Carlier…Πανοραμικές απόψεις της Αμμοχώστου το 1933

Ιουνίου 12, 2015

Η κατάκτηση και διοίκηση της Κύπρου από τους Λουζινιανούς (1192-1489) αφησε πλούσια αρχιτεκτονική κληρονομιά, κυρίως στήν Αμμόχωστο καί Λευκωσία. Στήν Αμμόχωστο ο μεγαλοπρεπής καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου παραμένει το πιο επιβλητικό δείγμα της αρχιτεκτονικής των Λουζινιανών.

Κατά τον 19ο αιώνα , μια σειρά από Γάλλους περιηγητές έκανε μια σημαντική συμβολή στην εκ νέου ανακάλυψη της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού , ιδίως όσον αφορά τα έργα από τη μεσαιωνική περίοδο , όταν η Κύπρος διατήρησε προτιμησιακές σχέσεις με τη Γαλλία μέσω των Λουζινιανών . Ο Camille Enlart έπαιξε σημαντικότατο ρόλο . Μετά από αρκετές παραμονές δημοσίευσε το 1899 μια περίληψη για την τέχνη του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης στην Κύπρο, που παραμένει ανεκτίμητη ακόμα καί σήμερα. Λίγο αργότερα, το 1933 ο Achille Carlier, βραβευμένος απο την Γαλλική Ακαδημία το 1930, επισκέφθηκε την Κύπρο και κατέγραψε την Γαλλική επίδραση στην αρχιτεκτονική της Παλιάς Αμμοχώστου στην εκδοση του “Les Villes Francaises de Chypre” που δημοσιεύθηκε το 1934. Γνωρίζουμε οτι κατά την παραμονή του στήν Αμμόχωστο είχε την βοήθεια των Βρεττανών αλλά και του Γάλλου πρόξενου στην Αμμόχωστο κυρίου F. Murat.

Η μελέτη του Carlier ειναι σημαντική γιατί περιέχει και δύο αεροφωτογραφίες της παλιάς πόλης. Οι φωτογραφίες μάλλον πάρθηκαν απο τους Βρεττανούς χρησιμοποιώντας τα αεροπλάνα της Imperial Airways που μόλις είχε αρχίσει την αεροπορική σύνδεση της Κύπρου με το εξωτερικό.

Η πρώτη είναι μιά πανοραμική αποψη της παλιάς πόλης.

Πανοραμική άποψη της Παλιάς Πόλης

Πανοραμική άποψη της Παλιάς Πόλης

Ξεχωρίζουμε το λιμάνι λίγο πρίν την επέκταση του το 1931-32, τις βόρειες παρυφές των Βαρωσίων και στα βόρεια την περιοχή που οδηγεί στην Σαλαμίνα.

Η δεύτερη ειναι άποψη του καθεδρικού ναού του Αγίου Νικολάου απο τα βορειοανατολικά.

Πανοραμική άποψη της περιοχής του καθεδρικού ναού του Αγίου Νικολάου

Πανοραμική άποψη της περιοχής του καθεδρικού ναού του Αγίου Νικολάου

Στά δεξιά του καθεδρικού ναού φαίνεται ο μεντρεσές Kutup Osman που λειτουργούσε ακόμα σαν μεντρεσές (βλέπε ανάρτηση της 29 Μαίου 2015, Ο Μεντρεσές Kutup Osman στην παλιά πόλη της Αμμοχώστου ) καί πίσω του διακρίνεται ενα μικρό στεγασμένο νεκροταφείο των Τούρκων. Στά δεξιά διακρίνεται η πρόσοψη του ανακτόρου των Λουζινιανών.

ENGLISH TRANSLATION

“The French cities of Cyprus”, Achille Carlier…Panoramic views of Famagusta in 1933

The conquest and administration of Cyprus by the Lusignans (1192-1489) ahs left a rich architectural heritage, particularly in Famagusta and Nicosia. In Famagusta the imposing cathedral of Saint Nicholas remains the star example of Lusignan architecture.

Throughout the 19th century, a series of French travellers made a major contribution to the rediscovery of the island’s heritage, particularly as regards works from the medieval period, when Cyprus maintained preferential ties with France. Camille Enlart played a very important role. Over several sojourns, he succeeded in exploring countless sites and published in 1899 a summary on the art of the Middle Ages and Renaissance in Cyprus that remains invaluable to this day. A little later, in 1933 Achille Carlier who was a prize-winner of the French Academy, visited Cyprus and recorded the French influence on the architecture of the old city of Famagusta in his work “Les Villes Francaises de Chypre” which was published in 1934. We know that during his stay in Famagusta he was assisted by the British authorities but also the French Consul in Famagusta, Monsieur F. Murat.

Carlier’s study is important because amongst others he provides two aerial photographs of the old city. The photographs were most probably taken by the British, using the planes of Imperial Airways which had just started the aerial services connecting Cyprus to the outside world.

The first is a panoramic view of the old walled city.

The port can be distinguished in its state before the harbour extension works of 1931-32 as well as the northern area of Varoshia; in the north the plain leading to Salamis is visible.

The second is a view of  Saint Nicholas Cathedral from the north-east.

To the right of the cathedral we note the madrassa Kutup Osman which was then still operating as a madrassa (see the post of 29 May 2015 , Ο Μεντρεσές Kutup Osman στην παλιά πόλη της Αμμοχώστου ) and behind it lies the a small covered Turkish cemetery. On the right side of the photograph lies the façade of the remains of the Lusignan Palace.

Το πορτραίτο ενός αιωνόβιου μουεζίνη της Αμμοχώστου από τον Ρένο Γουάιτσον

Ιουνίου 7, 2015

Το 1951, στο περιοδικό Κυπριακή Επιθεώρησις, βρίσκουμε ενα ωραίο μαυρόασπρο φωτογραφικό πορτραίτο του Mehmet Kahveci Hasan Tekbıyık σε ηλικία 82 χρόνων. Ο Mehmet Kahveci Hasan Tekbıyık ηταν ο βοηθός μουεζίνης του τεμένους Lala Mustafa Pasha (στον πρώην καθεδρικό ναό του Αγίου Νικολάου) στην παλιά πόλη της Αμμοχώστου. Ο μουεζίνης απεβίωσε σε ηλικία 106 χρόνων το 1963.

Το πορτραίτο του Μουεζίνη

Ο φωτογράφος Wideson ήταν κατά δική του ομολογία, ερασιτέχνης, όσον αφορά την Φωτογραφία : υπάρχει ένας γοητευτικός αυθορμητισμός σε μεγάλο μέρος της δουλειάς του, που κάποιος ισως να παραβλέψει μετά από μια πρώτη βιαστική αξιολόγηση. Κυρίως τα πορτραίτα του έχουν μια γλυπτική ποιότητα , που ενας επαγγελματίας φωτογράφος έχει την τάση να τήν χάνει.

Ο Ρένος Ευριβιάδης Wideson γεννήθηκε στην Λάρνακα το 1920. Το ενδιαφέρον του για τη φωτογραφία πυροδοτήθηκε από την κάμερα της Kodak «Box Brownie», την οποίαα του έδωσε ο πατέρας του ως ένα αγόρι. Το ενδιαφέρον αυτό ήταν να γίνει ενα πάθος δια βίου.

Στήν αρχή της σταδιοδρομίας του σαν περιοδεύων κυβερνητικός υπάλληλος ταξίδευε ευρέως σε όλη την επαρχία Λάρνακας και από αυτό αυξήθηκε παράλληλα το πάθος του για το τοπίο και τους ανθρώπους της πατρίδας του. Μετά από την υπηρεσία στο Σώμα Κυπρίων Εθελοντών και αργότερα στο Κυπριακό Σύνταγμα, ο ίδιος παραιτήθηκε από Το αξίωμα του ως συνταγματάρχης το 1949 για να αναλάβει ως Επιθεωρητής Ξενοδοχείων με το Κυπριακό Γραφείο Τουρισμού. Τελικά βρέθηκε επικεφαλής του Γραφείου Ανάπτυξης Κυπριακού Τουρισμού υπό τον Lawrence Durrell ο οποίος ήταν τότε υπεύθυνος του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών. Ένα μεγάλο στοιχείο της δουλειάς του ηταν η δημοσιοποίηση της Κύπρου και αυτό του έδωσε την ευκαιρία να επισκεφθεί και να φωτογραφίσει πολλές απομακρυσμένες και απομονωμένες αγροτικές γωνιές του νησιού. Ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου που η πλειοψηφία των εικόνων στο γνωστό του βιβλίο “Cyprus in Pictures” είχαν ληφθεί.

Το 1956 εντάχθηκε στην τότε νεοσύστατη Κυπριακή τηλεόραση και ήταν επικεφαλής μιας μικρής μονάδας ταινία που παρήγαγε μια σειρά από ντοκιμαντέρ χαρακτηριστικών που απεικονίζουν τις πτυχές της ζωής του νησιού. Μετανάστευσε στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1959 με τη σύζυγό του και τους δύο γιους, όπου πήρε μια θέση στα στούντιο Κινηματογράφου Ealing του BBC. Διορίστηκε Επικεφαλής Εργασιών Κινηματογράφου το 1975. Συνταξιοδοτήθηκε το 1977.

ENGLISH TRANSLATION

In the 1951 August edition of the Cyprus Review we find a nice black and white photographic portrait of Mehmet Kahveci Hasan Tekbıyık at the age of 82. Mehmet Kahveci Hasan Tekbıyık was the assistant muezzin at the Lala Mustafa Pasha mosque (in the former cathedral of Saint Nicholas) in the old city of Famagusta. The muezzin died at the age of 106 in 1963.

Wideson was a self-confessed amateur where Photography is concerned: there is a charming spontaneity about much of his work which one is liable to overlook after a surfeit of glossiness. His portraits in particular have a sculptural quality, a depth of feeling which the professional tends to miss.

Renos Evryviades Wideson was born in Larnaca, Cyprus in 1920. His interest in photography was sparked by a Kodak ‘Box Brownie’ camera which his father gave him as a boy and this interest was to become a life-long passion.

His early working life as Village Roads Paymaster and later as Assistant District Inspector involved travelling widely throughout the Larnaca District and from this grew his parallel passion for the landscape and people of his homeland. After service in the Cyprus Volunteer Force and later the Cyprus Regiment, he relinquished his commission as Major in 1949 to take up an appointment as Hotels’ Inspector with the Cyprus Tourist Office. He eventually headed the Cyprus Tourist Development Office under Lawrence Durrell who was then in charge of the Public Information Office. A large element of his work involved publicising Cyprus and this gave him the opportunity to visit and photograph many remote and isolated rural corners of the island. He was able to indulge his ‘passions’ to good effect. It was during this period that the majority of the pictures in this book were taken.

 

Βασιλικοί επισκέπτες…1929

Απρίλιος 19, 2015

Τον Απρίλιο του 1929 η Βασίλισσα της Ρουμανίας Μαρία και η κόρη της Πριγκίπισσα Ιλεάνα εφθασαν στην Κύπρο για επίσκεψη φιλοξενούμενες απο τον Κυβερνήτη της Κύπρου Sir Ronald Storrs και την σύζυγο του Lady Louisa Storrs.

Στο αρχείο της συλλογής βρίσκονται δύο φωτογραφίες. Η πρώτη δείχνει την Βασίλισσα Marie με τον κυβερνήτη Sir Ronald Storrs μέσα στο αυτοκίνητο του κυβερνήτη την στιγμή της αφιξης της στήν Κύπρο.

Η αφιξη της Βασίλισσας Μαρίας. Συνοδεύεται απο τον κυβερνήτη Sir Ronald Storrs. (Φωτογραφία του Keystone Press Agency)

Η αφιξη της Βασίλισσας Μαρίας. Συνοδεύεται απο τον κυβερνήτη Sir Ronald Storrs. (Φωτογραφία του Keystone Press Agency)

Η δεύτερη δείχνει την νεαρή πριγκίπισσα Ιλεάνα να στέκεται εξω από τον καθεδρικό ναό του Αγίου Νικολάου στην παλιά πόλη της Αμμοχώστου. Την συνοδεύουν η κυρία των τιμών Lahovary και η σύζυγος του κυβερνήτη, η Lady Storrs.

Η πριγκίπισσα Ιλεάνα στον καθεδρικό ναό του Αγίου Νικολάου (Φωτογραφία της Agencia Grafica)

Η πριγκίπισσα Ιλεάνα στον καθεδρικό ναό του Αγίου Νικολάου (Φωτογραφία της Agencia Grafica)

Η παλιά πόλη της Αμμοχώστου με τα επιβλητικά τείχη και εκκλησίες αποτελούσαν πόλο ελξης γαι πολλούς ξένους επισκέπτες στις δεκαετίες του 20 και του 30.

Σύμφωνα με πληροφορίες το 1890 ειχε επισκεφθεί την Αμμόχωστο ο διάδοχος του Ιταλικού θρόνου Πρίγκιπας Βίκτωρ Εμμανουήλ, αποβιβαζόμενος σε Ιταλικό καταδρομικό.

Επίσης το 1914 ειχε επισκεφθεί την Αμμόχωστο η πριγκίπισσα Valeria Borghese.

Φάκελος αλληλογραφίας πρός την πριγκίπισσα Valeria Borghese στην Αμμόχωστο

Φάκελος αλληλογραφίας πρός την πριγκίπισσα Valeria Borghese στην Αμμόχωστο

Τα παναΰρκα της Ελιάς και του Αγίου Μέμνωνα…Αγιος Μέμνωνας, ανήμερα του Αγίου, 28 Απριλίου 1948 η 1949

Μαρτίου 7, 2015

Αφορμή για την παρούσα ανάρτηση ηταν μια συζήτηση με φίλους σε κοινωνικό ιστότοπο σχετικά με μια φωτογραφία που  απεικονίζει ενα πανηγύρι στην περιοχή Αμμοχώστου. Το θέμα της συζήτησης επικεντρώθηκε στην ταυτότητα της εκκλησίας που απεικονίζεται στο βάθος της φωτογραφίας. Η ιστορία των πανηγυριών  της Επαρχίας Αμμοχώστου αποτελεί  θέμα εκτενούς ερευνας για το ιστολόγιο και  “εν ευθέτω χρόνω” θα δημοσιευθεί . Σήμερα  η  προσοχή μας  επικεντρώνεται στην ταύτιση της εκκλησίας.

Το Πανηγύρι της Ελιάς, Εκκλησία Αγίου Μέμνωνος (φωτογραφική κάρτ ποστάλ Ανδρέα Σωτηρίου, 1949)

Το Πανηγύρι του Αγίου Μέμνωνος, Εκκλησία Αγίου Μέμνωνος (φωτογραφική κάρτ ποστάλ Ανδρέα Σωτηρίου, 1949)

Η φωτογραφική κάρτ ποστάλ ειναι του γνωστού Βαρωσιώτη φωτογράφου και εκδότη φωτογραφικών δελταρίων (κάρτ ποστάλ), Ανδρέα Σωτηρίου και αποτελεί μέρος της αριθμημένης του σειράς που εκδόθηκε το 1949. Ο Ανδρέας Σωτηρίου γύριζε με την “αρπακτική” του (φωτογραφική μηχανή) τα διάφορα πανηγύρια και αλλα σημεία ενδιαφέροντος της ευρύτερης περιοχής της Αμμοχώστου και η φωτογραφία θα πάρθηκε μάλλον κατα την περίοδο 1948-49. Η συγκεκριμένη κάρτα φέρει τον αριθμό C2847 και τον τίτλο “Preserved Fruits are Among the Articles at the Fair” (Διατηρημένα φρούτα/ξηροί καρποί ειναι μεταξύ των πραματειών στο πανηγύρι)  . Η εκκλησία ειναι αυτή του Αγίου Μέμνωνος και εινα παρμένη απο ενα σημείο βορειοδυτικά της εκκλησίας και βορείως του νεκροταφείου. Απεικονίζεται το πανηγύρι του Αγίου Μέμνωνος στις 28 Απριλίου 1948 η 1949. Αυτό ηταν σχετικά ενα μικρό πανηγύρι και ηταν μονοήμερο. Μετά το 1957 γινόταν στην ιδια τοποθεσία το πανηγύρι της Ελιάς που αρχιζε την μέρα πριν την Κυριακή των Βαίων και ηταν διήμερο. Σύμφωνα με πληροφορίες ο ανθρωπος με το ασπρο καπέλλο ειναι ο Βασίλης Χατζηχάρος, ψάλτης στην εκκλησία του Σταυρού.

Ποιά τα επιχειρήματα που μας βοηθούν στην ταύτιση;

Στην ευρύτερη περιοχή Αμμοχώστου δύο μεγάλα και ενα μικρό πανηγύρι πραγματοποιούνταν σε χώρο που ηταν κοντά σε εκκλησίες. Το ενα ηταν το πανηγύρι του  Αη Λουκά (στις 18 Οκτωβρίου) και το αλλο ηταν το πανηγύρι της Ελιάς που γινόταν την Κυριακή των Βαίων. Στήν αρχή του 20ου αιώνα και αυτο το πανηγύρι λάμβανε χώρα κοντά στην εκκλησία του Αη Λουκά αλλά μεταγενέστερα (σύμφωνα με μαρτυρίες μεταξύ του 1957-1959) μεταφέρθηκε σε χώρο κοντά στην εκκλησία του Αγίου Μέμνωνα. Πριν την δεκαετία του 1950 λάμβανε επίσης χώρα το μικρό πανηγύρι του Αγίου Μέμνωνα (στις 28 Απριλίου). Η εκκλησία του Αη Λουκά ειχε κατεδαφιστεί την δεκαετία του 1970 ωστε να χτιστεί καινούργιος ναός αλλά οι εργασίες της οικοδόμησης διακόπηκαν απο την Τουρκική εισβολή. Μια φωτογραφία του πανηγυριού του Αη Λουκα το 1900 απεικονίζει τον ναό με εντελώς διαφορετική μορφή απο αυτόν της φωτογραφίας του Σωτηρίου απο το 1948/49.

Πανήγυρίς Αγίου Λουκά, 1900 (απο το βιβλίο The Island of Cyprus: A Photographic Itinerary From the 19th to the 20th Century  Lucie Bonato; Haris Yiakoumis; Kadir Kaba)

Πανήγυρίς Αγίου Λουκά, 1900 (απο το βιβλίο The Island of Cyprus: A Photographic Itinerary From the 19th to the 20th Century
Lucie Bonato; Haris Yiakoumis; Kadir Kaba)

Η σύγκριση της φωτογραφίας του 1948/49 με πρόσφατες του Αγλιου Μέμνωνα (που εχουν παρθεί με τηλεφακό) αναδεικνύει ορισμένες διαφορές σε αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες της δυτικής πλευράς του ναού. Αυτές ομως εξηγούνται απο το γεγονός οτι κατά καιρούς (μετά το 1950 σύμφωνα με πληροφορίες) με πρωτοβουλία της εκκλησιαστικής επιτροπής εγιναν επισκευές καθώς και διαμορφώσεις του κτιρίου του ναού (ο Γιώργος Σάββα αναφέρει το καμπαναριό,τον ηλιακό , την επέκταση του Ιερού , την ανασκευή της στέγης μεταξύ αλλων) . Αλλοιώθηκε επίσης ο περίγυρος της εκκλησίας όπως τα κτίσματα στην βόρεια πλευρά. Σχετική μαρτυρία μας παραθέτει επίσης και η ιστοσελίδα του ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ ΕΚΤΟΠΙΣΘΕΝΤΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΔΗΜΩΝ  «ΑΓΙΟΣ ΜΕΜΝΩΝ»  ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ. Εκεί αναφέρεται οτι ο αείμνηστος εφημέριος του ιερού ναού Αγίου Μέμνονα Βαρωσίων, αιδεσιμότατος  Αναστάσιος Χαραλάμπους την 9ην Ιανουαρίου 1977 αφηγήθηκε οτι το έτος 1956 ο Γεώργιος Κανελλής, ηλικίας 65 ετών, ο όποιος ήταν γαμπρός του Χατζηπετρή, του ανακαινιστή της εκκλησίας του Αγίου Μέμνονα, του είπε τα έξης: «Λόγω του ότι οι κάτοικοι της περιοχής άρχισαν να πληθαίνουν και το εκκλησάκι δεν ικανοποιούσε τις θρησκευτικές τους ανάγκες, απεφάσισε ο Χατζηπετρής με τον Χατζηκουμή να ανακαινίσουν και να μεγαλώσουν την εκκλησία.».

Αξίζει τον κόπο να προστεθεί οτι ο βυζαντινολόγος Δρ Ανδρέας Φούλιας επιβεβαιώνει οτι οντως η φωτογραφία ειναι της εκκλησίας του Αγίου Μέμνωνα.

Οι αλλαγές στην δυτική αποψη τησ εκκλησίας μετα το 1950 (επεξεργασία του Φάνου Ιωνίδη)

Οι αλλαγές στην δυτική αποψη τησ εκκλησίας μετα το 1950 (επεξεργασία του Φάνου Ιωνίδη)

Τελειώνοντας, παραθέτουμε μια πρόσφατη αεροφωτογραφία της περιοχής της εκκλησίας του Αγίου Μέμνωνα με την επισήμανση του χώρου της πανήγυρης. Διακρίνεται το νεκροταφείο καθώς και το χωράφι μεταξύ της δυτικής πλευράς του νεκροταφείου και του σπιτιού των  Μαρουλλούδων.

Αεροφωτογραφία της περιοχής της Εκκλησίας (2010)

Αεροφωτογραφία της περιοχής της Εκκλησίας (2010)

Οι παροικούντες την  Ιερουσαλήμ θα θυμούνται την καθοδο των Αθίγγανων (οι κκιλίντζιροι) με τα κάρα τους μέσα στην χωραφκιά!.

“Μιά μοντέρνα Ελληνική εκκλησία”, Βαρώσι 1908

Ιανουαρίου 26, 2015

Το 1912 η Βρεττανική εταιρία Newton & Co κατασκεύασε μια σειρά απο 59 γυάλινες πλάκες διασκοπίου (lantern slides) σαν οπτικό βοήθημα για μια διάλεξη του A.J.  Sargent υπό τον τίτλο “The sea road to the east: lecture II — Malta to Aden”. Η διάλεξη ηταν για σκοπούς οπτικής εκπαίδευσης (“visual instruction”) των μανδαρίνων του Υπουργείου Αποικιών της Μεγάλης Βρεττανίας ως πρός τα διάφορα μέρη της Αυτοκρατορίας. Οι 32 πλάκες εχουν θέμα την Κύπρο και αρκετές απο αυτές δείχνουν σπάνια θέματα τα οποία δεν περιλαμβάνονται στις εκδόσεις κάρτ ποστάλ και αλλου φωτογραφικού υλικού της εποχής. Αυτό εξηγείται απο το γεγονός οτι ο φωτογράφος Alfred Hugh Fisher ειχε συγκεκριμένες οδηγίες απο τον υπεύθυνο της οργανωτικής επιτροπής του Υπουργείου Αποικιών υπο τον Sir Halford Mackinder (1861-1947), διευθυντή του London School of Economics. Ο Alfred Hugh Fisher επισκέφθηκε το νησί το 1908 και η σύνοψη των οδηγιών που του δόθηκαν ειχε ως εξής:

Το δρομολόγιο να περιλαμβάνει αρκετές στάσεις των δύο ή τριών ημερών σε ένα μέρος , δεδομένου ότι ετσι θα είσαι σε θέση να απορροφήσεις την ατμόσφαιρα καλύτερα από ότι σε πολύ γρήγορη κίνηση από τόπο σε τόπο.

Να έχεις το εκπαιδευτικό και όχι το εικαστικό στοιχείο στο μυαλό και να παρουσιάσεις τόσο τα “εγγενή χαρακτηριστικά της χώρας” αλλά και των “πρόσθετων χαρακτηριστικών που οφείλονται στη Βρετανική κυριαρχία”.

Να δώσεις μια αίσθηση της κίνησης , όπου είναι δυνατόν από τους ανθρώπους που έχουν εμπλακεί σε κάποια δραστηριότητα στο προσκήνιο και όχι μόνο στατικές απόψεις των κτιρίων.

Το αρχείο της συλλογής Golden Sands ειχε την τύχη να εξασφαλίσει σχεδόν ολόκληρη την σειρά που αφορά την Κύπρο, σε αριστη κατάσταση. Τα θέματα της Αμμοχώστου περιλαμβάνουν, μεταξύ αλλων,  ενα πανόραμα επιβατών στην προκυμαία του λιμανιού, τον καφετζή του σιδηροδρομικού σταθμού Αμμοχώστου, καθώς και μια πανοραμική αποψη της παλιάς πόλης και του παλατιού των Λουζινιανών απο την στέγη του καθεδρικού ναού του Αγίου Νικολάου. Πιστεύω ομως οτι το κόσμημα της σειράς ειναι η πλάκα νούμερο 14 με τον τίτλο “A modern Greek church” (Μιά μοντέρνα Ελληνική εκκλησία). Ο Βαρωσιώτης φωτογράφος και φίλος του ιστολογίου Βάσος Στυλιανού, του Κέντρου Φωτογραφίας 6Χ6 στην Λεμεσό, δημιούργησε ενα θαυμάσιο αντίγραφο υψηλής ανάλυσης της συγκεκριμένης γυάλινης πλάκας διασκοπίου.

Μιά μοντέρνα Ελληνική εκκλησία (Γυάλινη πλάκα διασκοπίου, φωτογραφία 1908)

«Μιά μοντέρνα Ελληνική εκκλησία» – Η Αγία Ζώνη (Γυάλινη πλάκα διασκοπίου, φωτογραφία 1908)

Πολλές ωρες ερευνας αναλώθηκαν σε αρχεία φωτογραφιών των ναών της Κύπρου αλλά δεν απόδωσαν ταύτιση του ναού. Τελικά ο βυζαντινολόγος και φίλος του ιστολογίου δρ Ανδρέας Φούλιας κατάφερε να αναγνωρίσει τον ναό ως την εκκλησία της Αγίας Ζώνης στο Βαρώσι. Ο δρ Φούλιας αναφέρει οτι ο ναός της Αγίας Ζώνης στο Βαρώσι  κτίστηκε αρχικά ως μονόχωρος σταυροθολιακός. Το 1953 (Κ. Κύρρις, “Ιστορία της Μέσης Εκπαιδεύσεως Αμμοχώστου 1191-1955”) μετά την καθαίρεση του καμαροσκέπαστου προστώου ο ναός επεκτάθηκε προς τη νότια πλευρά και μετατράπηκε σε δίκλιτο απο τον Μιχαήλ Ι. Κοκκίνου.

Ο δίκλιτος ναός της Αγίας Ζώνης (στην περιφραγμένη περιοχή Αμμοχώστου)

Ο δίκλιτος ναός της Αγίας Ζώνης-δυτική αποψη (στην περιφραγμένη περιοχή Αμμοχώστου), φωτογραφια Χ. Βορκά

Ο δίκλιτος ναός της Αγίας Ζώνης - νότια αποψη (στην περιφραγμένη περιοχή Αμμοχώστου)

Ο δίκλιτος ναός της Αγίας Ζώνης – νότια αποψη (στην περιφραγμένη περιοχή Αμμοχώστου)

Η φωτογραφία στο αρχείο του ιστολογίου (με χρονολογία 1908) ειναι η παλαιότερη που εχει βρεθεί. Ο διδάσκαλος και σχολάρχης της πόλης των Βαρωσίων Μιχαήλ Κούμας δημοσίευσε μιά μεταγενέστερη, ανατολική αποψη της εκκλησίας (του 1945) στο βιβλίο του “Τα Παλιά Βαρώσια και η Παλιά Αμμόχωστος” (1971).

Ο ναός της Αγίας Ζώνης - ανατολική αποψη το 1945 (βιβλίο του Μ. Κούμα)

Ο ναός της Αγίας Ζώνης – ανατολική αποψη το 1945 (βιβλίο του Μ. Κούμα)

Στην συλλογή του ιστολογίου υπάρχει και μια μεταγενέστερη φωτογραφία (μέσα της δεκαετίας του 1950) που δείχνει την εκκλησία αμέσως μετά την διαμόρφωση της σαν δίκλιτη.

Ο ναός της Αγίας Ζώνης - ανατολική αποψη το 1955

Ο ναός της Αγίας Ζώνης – ανατολική αποψη το 1955 αμέσως μετά την μετατροπή σε δίκλιτο

Δέν μας ειναι γνωστό πότε και απο ποιόν κτίστηκε η εκκλησία της Αγίας Ζώνης. Ο λεπτομερής χάρτης του Κίτσενερ (1878-1883) δεν την αναφέρει.  Ο συγκεκριμένος χάρτης δείχνει την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Φάραγκα, την Παναγία την Χρυσοσπηλιώτισσα στο Κάτω Βαρώσι, οπως και την εκκλησία του Αγίου Μέμνωνα που ειναι σχεδόν πανομοιότυπη με της Αγίας Ζώνης (σε σύγκριση με την αρχική μονόχωρη σταυροθολιακή της μορφή) με τις κύριες διαφορές να βρίσκονται στην διακόσμηση των καμπαναριών. Το γεγονός οτι η πλάκα διασκοπίου εχει τίτλο “Μια μοντέρνα Eλληνική εκκλησία” ισως να υποδεικνύει οτι την εποχή της φωτογράφισης (1908) ο ναός της Αγίας Ζώνης να ηταν σχετικά καινούργιος. Πιθανόν λοιπόν η εκκλησία να κτίστηκε μεταξύ του 1884-1900 (μετά την εκδοση του χάρτη του Κίτσενερ και λίγα χρόνια πριν την φωτογράφιση της πλάκας διασκοπίου). Μιά περαιτέρω (προσωπική) υπόθεση που πηγάζει από την ομοιότητα των δύο εκκλησιών ειναι οτι ισως η Αγία Ζώνη να χτίστηκε απο τους ιδιους μάστορες που εκτισαν την εκκλησία του Αγίου Μέμνωνα το 1878. Πρέπει να αναφέρουμε ομως οτι αυτή η υπόθεση δεν ειναι τεκμηριωμένη απο αλλα στοιχεία πλην της ομοιότητας του αρχιτεκτονικού τύπου (πού παρουσιάζεται και σε αλλες εκκλησίες της Κύπρου). Εχουμε μόνο μια μαρτυρία της Χρυσταλλένης Μάρκου (το γένος Λάμπρου Χατζηφώτη) που το πατρικό της βρίσκεται απέναντι από την εκκλησία οτι το καμπαναριό το ειχε σκαλίσει ο παππούς της Στεφανής Χατζηφώτης.

Μια πιο λεπτομερής εξέταση της φωτογραφίας μας αποκαλύπτει περαιτέρω ενδιαφέροντα κοινωνικά στοιχεία της εποχής. Διακρίνουμε την παραδοσιακή ενδυμασία του βρακοφόρου με τον φορτωμένο γαίδαρο του καθώς και ενα “φραγκοφορεμένο” με ψάθινο καπέλο περιπάτου. Διακρίνεται επίσης αλλος βρακοφόρος με φέσι “καλουπωμένο”, ενώ ο βρακοφόρος με τον γάιδαρο φοράει διαφορετικό κάλυμμα κεφαλής που χρησιμοποιούσαν τα φτωχότερα στρώματα του λαού και οι αγρότες.

Ενδυμασίες (σε μεγέθυνση)

Ενδυμασίες (σε μεγέθυνση)

Η ταυτόχρονη παρουσία του βρακοφόρου με το τετράποδο υποζύγιο και ανθρώπων αλλων κοινωνικών στρωμάτων μου θυμίζει μια πολύ ενδιαφέρουσα και ωραιότατη αφήγηση της Σίλειας Χατζηχαμπή Χαπίπη για την θέση της εκκλησίας της Αγίας Ζώνης στην ζωή του Βαρωσιού: “Η Αγία Ζώνη δεν ηταν μόνο η εκκλησία της ενορίας της Αγία Ζώνης. Για όλους μας άγγιζε ένα βαθύτερο κομμάτι του εαυτού μας. Κάθε Δευτέρα πρωί, οι συμπολίτες τών άλλων ενοριών της Αμμοχώστου, αφού απαραίτητα είχαν εκκλησιασθεί την Κυριακή στην δική τους ενορία, θεωρούσαν απαραίτητο να επισκεφθούν την Αγία Ζώνη, να προσκυνήσουν και να ανάψουν το κερί τους. Πρίν αρχίσει η εργασία της εβδομάδας, για να «πάνε όλα καλά». Οι βαθυστόχαστοι, απλοί αλλά πάνσοφοι λόγω τριβής τους με την φύση, περβολάρηδες αλλά και οι «Άρχοντες» της Αμμοχώστου, το γνώριζαν αυτό. To τηρούσαν ευλαβικά. H «μοντέρνα» γιαγιά του 1920-1940, Μυροφόρα Μ. Χατζηχαμπή, έφθανε στην εκκλησία με το τετράποδό της “όχημα” [σημ. γαίδαρος!], φορτωμένη με τα φρέσκα φρούτα και λαχανικά παραγωγή του περβολιού, να προσκυνήσει, να πωλήσει την δική της παραγωγή και να αγοράσει τα αγαθά που χρειαζόταν η οικογένεια, να επισκεφθεί τούς υιούς, νύφες και εγγόνια που κατοικούσαν πλέον στην Αμμόχωστο για να είναι πιο κοντά στην εργασία τους και να επιστρέψει στις εργασίες της εβδομάδας. Απαραιτήτως αφήνοντας σε όλα ανεξαιρέτως τα εγγόνια της το πολύ καλοδεχούμενο «χαρτζηλίκι” που απεκόμιζε απο τις εμπορικές της συναλλαγές.”

Πίσω απο την εκκλησία στην δεξιά πλευρά της φωτογραφίας διακρίνεται ενα ισόγειο κτίριο. Ειναι  τα κελλιά οπου το Σχολαρχείον και το Γυμνάσιον Βαρωσίων στεγάσθηκαν κατά τα ετη 1905-1912, 1936-37 και 1942-43. Στην κάτω δεξιά γωνιά της φωτογραφίας σημειώνουμε την παρουσία μαθητή με πηλίκιο. Κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για μαθητή του σχολαρχείου.

Σχολαρχείον Αμμοχώστου 1910-1911 (βιβλίο του Μ. Κούμα)

Σχολαρχείον Αμμοχώστου 1910-1911 (βιβλίο του Μ. Κούμα)

Ο Σχολάρχης Μιχαήλ Κούμας στο βιβλίο του “Τα Παλιά Βαρώσια και η Παλιά Αμμόχωστος” (1971) αναφέρει: “Απο της εποχής της Τουρκοκρατίας ελειτούργει σχολή εις την πόλιν με διδάσκαλον τον εκ Γύψου καλόγηρον Δοσίθεον Κυκκώτην, εις τους μετέπειτα δε καιρούς ενα Δημοτικόν σχολείον με δύο-τρείς και κατόπιν τέσσερεις εως εξ δημοδιδασκάλους και εκατόν πενήντα περίπου μαθητάς, το οποίον εστεγάζετο εις το παρά την Αγίαν Ζώνην παλαιόν και ανευ αυλής παλαιόν σχολικόν κτίριον, εις το οποίον εγαλουχήθησαν εις τα νάματα της Ελληνικής παιδείας γενεαί γενεών των Βαρωσίων. Παραλλήλως, εις εν πενιχρόν κελλίον της Αγίας Ζώνης ελειτούργει και εν μονοδιδάσκαλον Σχολαρχείον η Ελληνικόν Σχολείον, οπως ελέγοντο τότε τα τοιαύτα ανώτερα εκπαιδευτήρια, ειχε δε τούτο δύο τάξεις αντιστοιχούσας με τας δύο κατωτέρας τάξεις των εξαταξίων Γυμνασίων.”

Τα κελλιά της Αγίας Ζώνης – βόρεια αποψη μετά το 1953 (βιβλίο του Μ. Κούμα)

Τα κελλιά της Αγίας Ζώνης – βόρεια αποψη μετά το 1953, ο ναός ειναι πλέον δίκλιτος (βιβλίο του Μ. Κούμα)

Τελειώνοντας αξίζει να σημειώσουμε οτι ο A.J.  Sargent στο περιεχόμενο της διάλεξης του χαρακτήρισε τη  εκκλησία της Αγίας Ζώνης σαν μια “ασχημη μοντέρνα χωριάτικη εκκλησία”. Ουδέν αναληθέστερον!.  Ευχαριστούμε δε τον φωτογράφο Alfred Hugh Fisher που ακολουθώντας τις οδηγίες του Υπουργείου Αποικιών «να παρουσιάσει τα εγγενή χαρακτηριστικά της χώρας” μας αφησε μια τόσο παλιά και ομορφότατη αποψη μιάς εκκλησίας που ειναι συνυφασμένη με την καθημερινότητα, την πίστη και εκπαίδευση πολλαπλών γενεών της πόλης.