Ενας χάρτης της πολιορκίας της Αμμοχώστου… Giovanni Francesco Camocio, 1571

Αντικείμενο της σημερινής ανάρτησης είναι ενας σπανιότατος χάρτης της πολιορκίας της Αμμοχώστου απο τους Οθωμανούς το 1571. Ο χαρτογράφος είναι ο διάσημος Βενετσιάνος Giovanni Francesco Camocio ο οποίος ανταποκρινόμενος στο ενδιαφέρον για τα συμβάντα στην Ενετική Αυτοκρατορία σε αυτή την περίοδο κυκλοφόρησε χάρτες των πιο διάσημων νησιών είτε στην μορφή φυλλαδίων η δεμένα στην μορφή βιβλίου (ισολαρίου) το οποίο κυκλοφόρησε σε διάφορες εκδόσεις μεταξύ του 1571-74. Ο τίτλος ηταν “Isole famose porti, fortezze, e terre maritime sottoposte alla Ser.ma Sig.ria di Venetia, ad altri Principi Christiani, et al Sig.or Turco”.

Ο χάρτης της πολιορκίας της Αμμοχώστου (Camocio, 1571)

Ο χάρτης της πολιορκίας της Αμμοχώστου (Camocio, 1571)

Η έκδοση περιλαμβάνει τις απόψεις των οχυρώσεων και των πόλεων και απεικονίσεις των μαχών μεταξύ χριστιανών και Οθωμανών . Οι χάρτες μπορούν να χωριστούν σε τρεις ομάδες : η πρώτη περιλαμβάνει βενετικές κτήσεις , τα νησιά , τις ακτές της Αλβανίας και της Δαλματίας , τα νησιά και τις ακτές της θάλασσας του Ιονίου , καθώς και απεικονίσεις της πολιορκίες και μάχες στη θάλασσα στις περιοχές αυτές . Η δεύτερη ομάδα αποτελείται από τα νησιά του Αιγαίου , κυρίως εκείνων πιο κοντά στην Κωνσταντινούπολη και το Βόσπορο . Στήν τρίτη ομάδα των εικονογραφήσεων απεικονίζεται η Κύπρος και τα στρατιωτικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στο νησί . Ο Camocio πέθανε στη Βενετία το 1575 , πιθανώς κατά τη διάρκεια της επιδημίας της πανούκλας . Το έργο του επηρεάστηκε από παρόμοιες εκδόσεις από τον S. Pinargenti ( 1573 ) και Τ Porcacchi ( 1572 ) , και με τη σειρά του επηρέασε τις μεταγενέστερες isolaria όπως αυτές του Δ Bertelli ( 1574 ) και G. Rosaccio (1598).

Ο ιστορικός Ανδρέας Στυλιανού στην μελέτη του της Κυπριακής χαρτογραφίας The history of the Cartography of Cyprusμας αναφέρει:

Το σχέδιο είναι μια ακριβής περιγραφή της οχυρωμένης πόλης και το παλάτι (palazo) και η πλατεία (Piaza) είναι σωστά τοποθετημένα. Τα τείχη χαρακτηρίζονται απλά ως Castello. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη του προσανατολισμού, αλλά ο βορράς θα πρέπει να είναι στην κάτω δεξιά γωνία.

Στην πάνω αριστερή πλευρά, ένα σημείωμα μας λέει: Loco ditto Fontanelle. In questa e larmata di Mustafa general de turchi et qui si sbarcono li turchi et si a brusio la naue uenuta di Nicosia carica di pregioni.

Στην επάνω δεξιά πλευρά, ένα άλλο σημείωμα αναφέρει: Qui e acamparo Mustapha Assai Longi della Citta et tiene Miglia 3 di exercito.

Οι πολλές συνθέσεις των δυνάμεων που πολιορκούσαν αναγράφονται, Piadieri turcheschi (Τουρκικό πεζικό), Turchi (ιππικό στην επίθεση) Caualeria (σε σχηματισμό), Ianiceri (Γιαννίτσαροι, δύο σχηματισμοί), Arcieri (τοξότες), stradioti (μικρός ιππικός σχηματισμός, κέντρο αριστερά). Ανάμεσά τους μια εξόρμηση απο στρατιώτες με τα όπλα προτεταμένα να πυροβολούν, σημειώνονται ως Christiani (Χριστιανοί) προχωρούν προς τους επιτεθέμενους Turchi (ιππικό). Μεταξύ αυτών, δύο άλογα, με τους αναβάτες τους νεκρούς τους στο έδαφος, σημειώνονται ως Scaramutia. Μια θέση κοντά χαρακτηρίζεται ως Loc(o)do ditto col(le) delli Hebrei.

Στο κάτω μέρος δεξιά, μία είσοδος του προλιμένα σημειώνεται, la cala d(i) S. Catarina, πάνω από αυτό, ένα μικρός πύργος χαρακτηρίζεται ως Torre de loc(an)da. Πάνω από αυτό έχουμε την Casale di S. Alessio.

Στα αριστερά, δίπλα στη θάλασσα, φαίνονται δύο σχηματισμοί κανονιών προτεταμένα προς την πόλη, ένας από αυτούς που σημειώνεται σαν Forte και ο άλλος (κάτω), σαν Forte dove turchi bateuano le 3 naue et il porto. Στο εσωτερικό του λιμανιού, από τα τείχη, είναι le 3 naue. Στην είσοδο του προλιμένα είναι οι Τουρκικές Γαλέρες που φυλάσσουν το λιμάνι (Galee turchesche che guardauano il porto).

Στην ανοιχτή θάλασσα υπάρχουν αρκετά πλοία, μερικά με τα κανόνια τους να πυροβολούν. Εκείνα με τα ανοιχτά πανιά τους (επάνω αριστερά), έχουν μισοφέγγαρα στα πανιά τους.

Μιά καινούργια και λεπτομερής περιγραφή των γεγονότων της πολιορκίας και κατάληψης της πόλης περιλαμβάνεται στο υπό έκδοση βιβλίο του Αμμοχωστιανού Γιάγκου Κλεόπα. Το βιβλίο φαίνεται οτι θα περιέχει πλούσιο υλικό για την ιστορία της πόλης και πιο κάτω παρατίθεται (κατόπιν σχετικής άδειας) το κεφάλαιο για την πολιορκία της Αμμοχώστου. Σημειώνουμε δύο καινούργια σημεία που έχουν ενδιαφέρον. Πρώτον, οι Ελληνες Κύπριοι δεν συντάχθηκαν σύσσωμα με τους Ενετούς τους οποίους έβλεπαν μάλλον σαν σκληρούς κατακτητές. Υπάρχουν μαρτυρίες για τήν βοήθεια του τοπικού πληθυσμού προς τουσ Οθωμανούς. Δεύτερον, ο κόντε Βραγαδίνο (Conte Bragadin), απόγονος του Μαρκαντώνιου (που μαρτύρισε στα χέρια των Οθωμανών), επισκέφθηκε την Αμμόχωστο μερικές φορές. Το 1935, ως δόκιμος αξιωματικός του ναυτικού. Μάλιστα γλύστρησε και κινδύνευσε να πέσει από έναν ιστό του πλοίου, οπότε σκέφθηκε ότι θα ήταν κακό να πεθάνει και δεύτερος Βραγαδίνος στην Κύπρο! Το 1961 τελέσθηκε μνημόσυνο στον Άγιο Γεώργιο Εξορινό. Ακολούθησε επίσκεψη στα μέσα της δεκαετίας, με ξενάγηση, μεταξύ άλλων, και στο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου (Άι Γιωρκούιν, προς τη Σαλαμίνα, απέναντι από τον Καράολο). Το 1971, με την ευκαιρία 400 χρόνων από τον θάνατο του Βραγαδίνου, η οικογένεια (ο κόντε, η κοντέσσα και δύο τέκνα) φιλοξενήθηκαν από τον Ευάγγελο Λουίζο. Έγινε επιμνημόσυνη δέηση στο Άι Γιωρκούιν. Μετά τη δέηση,  μερικοί παλιοί κάτοικοι γειτονικών χωριών επιβεβαίωσαν στον Bragadin  ότι, σύμφωνα με την παράδοση, κάποιο μέρος του σώματος ή ένα αντικείμενο του Βραγαδίνου είχε ταφεί ή φυλαχθεί εκεί. Ακολούθησε γεύμα στην »παράγκα» του Ευάγγελου στην παραλία και το βράδυ η κοντέσσα έδωσε διάλεξη με θέμα τον Μαρκαντώνιο. Τα πιο πάνω αποτελούν πληροφορίες από άτομα που συμμετείχαν στα γεγονότα (Κλειώ Χατζηκώστα, Ανδρούλα Παπαδοπούλου, κ.ά.).

Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ[1]

Δεν μπορούμε να πούμε ότι ταιριάζει και στην περίπτωση της πολιορκίας και άλωσης της Αμμοχώστου από τους Οθωμανούς αυτό που ο Λεόντιος Μαχαιράς είχε πει για την κατάληψη της πόλης από τους Γενουάτες: «Και αν θέλης να σου πώς η Αμόχουστο επάρτην, ήτον παραχώρησις θεού δια τας αμαρτίας μας».[2] Αν και τα αμύθητα πλούτη και οι ακολασίες  των Φράγκων και των άλλων κατοίκων της είχαν παρέλθει πριν δύο έως τρεις αιώνες, η μοίρα κατατρύχει την πόλη αμείλικτη όσο ποτέ.

Οι Ενετοί είχαν παραμελήσει την άμυνα της Κύπρου για κάποια χρόνια και παρόλο που τελικά κατέβαλαν σοβαρές προσπάθειες και τεράστια έξοδα για εκσυγχρονισμό και ενίσχυση – ιδιαίτερα στην Αμμόχωστο – οι οχυρώσεις τους αποδείχθηκαν ανεπαρκείς για να προστατεύσουν το νησί από τους Οθωμανούς. Οι οχυρώσεις της Αμμοχώστου, όμως, είχαν ενδυναμωθεί σε σημαντικό βαθμό τα τελευταία χρόνια και κατά γενική άποψη ήταν πολύ ανθεκτικές.

Οι υπερασπιστές της Αμμοχώστου πληροφορήθηκαν για την πτώση της Λευκωσίας στις 10/11 Σεπτεμβρίου 1570, όταν παρέλαβαν την αποκομμένη κεφαλή του Luogotenente (Τοποτηρητή) της Κύπρου Nicolo Dandolo, μέσα σε δίσκο ή σάκο με αργυρά νομίσματα. Συνοδευόταν από επιστολή του Λαλά Μουσταφά με την οποία απαιτούσε την παράδοση της πόλης. Με την εκπόρθηση της Λευκωσίας, καταφεύγουν στην Αμμόχωστο Ιταλοί και Έλληνες στρατιώτες που διέφυγαν την τελευταία στιγμή. Οι υπερασπιστές της πόλης είχαν ήδη λάβει μέτρα προετοιμασίας, όπως η μεταφορά προϊόντων διατροφής από τη Μεσαορία, η ενίσχυση των προμαχώνων και η οργάνωση των κατοίκων. Οι Ενετοί διέταξαν τους ιδιοκτήτες των περιβολιών να κόψουν τα δέντρα και να μεταφέρουν χιλιάδες κορμούς για χρήση στην πόλη, αλλά και για να μη βρεθούν χρήσιμα στους Οθωμανούς (όπως μας πληροφορεί ο Paruta – βλέπε πιο κάτω).

Μετά την κατάληψη της υπόλοιπης Κύπρου, ο Λαλά Μουσταφά στρέφεται κατά της Αμμοχώστου. Στις 16 Σεπτεμβρίου ο Καπιτάνος Μαρκαντώνιος Βραγαδίνος, αφού ανέρρωσε από ασθένεια, αποφασίζει με το επιτελείο του να απορρίψει την επιστολή του Μουσταφά για παράδοση της πόλης. Αμέσως μετά καταφθάνει το οθωμανικό ιππικό μπροστά στα τείχη της Αμμοχώστου, ενώ την επομένη καταπλέει στην Αμμόχωστο και ο στόλος με 200 πλοία υπό τον Πιαλέ Πασά (Piale Paşa), που προσορμίζεται στους Κήπους (Βαρώσια) και αποκλείει το λιμάνι. Τις επόμενες μέρες ακολουθεί και το κύριο σώμα του στρατού, ολοκληρώνεται ο αποκλεισμός της πόλης και αρχίζουν οι αδυσώπητοι βομβαρδισμοί, αρχικά κυρίως κατά της Πύλης της Λεμεσού (Πόρτα της Ξηράς). Η Αμμόχωστος διέθετε τις ισχυρότερες οχυρώσεις στην Κύπρο – και οι κάτοικοι προέβαιναν σε συχνές επιδιορθώσεις και ενισχύσεις – και ο Μουσταφά χρειάστηκε εντατική και πολύμηνη προετοιμασία για την πολιορκία, με την εκσκαφή χαρακωμάτων και τη δημιουργία πολυβολείων, που διήρκεσε όλο το φθινόπωρο και τον χειμώνα.

Στις αρχές Οκτωβρίου ο στόλος με τον Πιαλέ Πασά αναχωρεί και ο Μουσταφά ουσιαστικά αίρει την πολιορκία – διατηρώντας μόνο μια δύναμη για επιτήρηση – υποπτευόμενος ότι η άφιξη κάποιων ενισχύσεων από την Κρήτη προμήνυε τη βοήθεια της Ευρώπης.[3]  Κυρίως, όμως, λόγω του επερχόμενου χειμώνα και για να φέρει ενισχύσεις. Εν τω μεταξύ ζητά την παράδοση της πόλης, αλλά απορρίπτεται. Οι Ενετοί βρίσκουν την ευκαιρία για αναδιοργάνωση της άμυνας και για περιορισμένο ανεφοδιασμό τροφίμων και πολεμοφοδίων. Η Σύγκλητος στη Βενετία ψηφίζει διάφορα κονδύλια για την ενίσχυση της άμυνας και τη μισθοδοσία των στρατιωτών, και αποστέλλει ενισχύσεις, πολεμοφόδια και προμήθειες. Επίσης, σε διάφορα στάδια της πολιορκίας, όπως τον Ιανουάριο 1571, συγχαίρει τον Βραγαδίνο για την κοπή νομισμάτων, ψηφίζει την αποστολή φαρμάκων και με δύο επιστολές προς τον Astore Baglioni και το Συμβούλιο της πόλης (Universita) επαινεί τους κατοίκους για το θάρρος και την αποφασιστικότητα που επιδεικνύουν στην υπεράσπιση της πόλης και της Ενετικής Πολιτείας.[4]

Όμως, η αναμενόμενη από τη Δύση ουσιαστική βοήθεια προς τους υπερασπιστές δεν έφθασε ποτέ. Οι συμμαχικοί στόλοι της Ισπανίας, της Βενετίας και του Πάπα, που αποτελούνταν από περισσότερα από 200 καράβια και 17.000 στρατιώτες, συγκεντρώθηκαν στην Κρήτη και κατέπλευσαν στο Καστελόριζο τον Σεπτέμβριο του 1570. Όταν πληροφορήθηκαν για την πτώση της Λευκωσίας, τέθηκε έντονα το θέμα κατά πόσο θα έσπευδαν να υπερασπιστούν την Αμμόχωστο. Ύστερα από ατέρμονες συζητήσεις, επικράτησε η άποψη των αντιτιθεμένων και ο στόλος διαλύθηκε και επέστρεψε, εφόσον πλησίαζε και ο χειμώνας, εγκαταλείποντας τους υπερασπιστές της Αμμοχώστου στο έλεος των οθωμανικών δυνάμεων.  Η μοναδική αξιόλογη βοήθεια από τη Δύση ήλθε με τον Ενετό Quirini, με 12 γαλέρες και τέσσερα μεταγωγικά, ο οποίος εκμεταλλευόμενος την προσωρινή απουσία του κυρίως όγκου του οθωμανικού στόλου, προσέγγισε την Αμμόχωστο τον Ιανουάριο του 1571 και την ενίσχυσε με 1600-1700 στρατιώτες, πολεμοφόδια και τρόφιμα. Επίσης, κατέλαβε ένα καράβι που μετέφερε στρατό και πολεμοφόδια, επιτέθηκε και κατέστρεψε θέσεις των Οθωμανών κατά μήκος των ακτών και γενικά απέδειξε ότι αν ο στόλος των Δυτικών πρόσφερε βοήθεια, οι Οθωμανοί θα συναντούσαν μεγάλες δυσκολίες στην ολοκλήρωση των σχεδίων τους, αν όχι πλήρη ανατροπή. Εντούτοις, οι Ενετοί, φοβούμενοι τον οθωμανικό στόλο στη Μεσόγειο, περιορίστηκαν στις βάσεις τους στην Κρήτη. Παρά την υπογραφή της Ιεράς Συμμαχίας στη Ρώμη τον Μάιο 1571, και τις ενθαρρυντικές επιστολές της Συγκλήτου σε απάντηση επιστολών από την Αμμόχωστο, τελικά οι Ενετοί τον Αύγουστο αποφασίζουν τον τερματισμό κάθε προσπάθειας. Εν τω μεταξύ, αρχές Αυγούστου 1571 η Αμμόχωστος παραδόθηκε.[5]

Τον Οκτώβριο του 1570, αριθμός επίλεκτων αιχμαλώτων – μεταξύ αυτών ωραίες νεάνιδες και νέοι – είχαν συγκεντρωθεί σε ένα καράβι στον κόλπο της Αμμοχώστου. Προορίζονταν ως δώρο για τον Σουλτάνο και άλλους υψηλά ιστάμενους Οθωμανούς. Ανάμεσά  τους και η Μαρία Συγκλητική (άλλως Αρνάλδα), η οποία αποφάσισε να μη δεχθεί τον εξευτελισμό της σκλαβιάς. Έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη του καραβιού, τινάζοντάς το στον αέρα. Ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός αφηγείται: «εν ω δε εβάρκαρε τους σκλάβους και τα λάφυρα, ένα Γαλεώνι του Μεεμέτ πασά γεμάτον σκλάβους από το άνθος των ευγενών και ευγενίδων νέων της λευκοσίας, οπού έστελλε τω Σουλτάνω, υιώ του, και τω βεζήρη Μεεμέτ, άναψε φωτίαν έξαφνα, και εκάησαν και σκλάβοι και λάφυρα εις μίαν στιγμήν. έθλιψε πολλά τον Μουσταφάν το συμβεβηκός, και κοντά εις αυτό και άλλα δύω εκάησαν. Αρνάλδα Αρχόντισσα Ευγενής λευκοσιάτισσα θυγατέρα του Κώμητος Ρουχιάς αξιοπρεπεστάτου, ος εφονεύθη εις πόλεμον, ωραία κατ’ εξοχήν, διωρισμένη δια το χαρέμι του Σουλτάνου, Ιστορούσι Στέφανος και Καλλέπιος έπραξε τούτο το Ηρωϊκόν κατόρθωμα, και επί τούτου έδωκε φωτίαν, και ευχαριστήθη να γένη πυρός παρανάλωμα με τας άλλας, παρά να καταισχύνη την δόξαν του γένους της, και να καταντήση εντρύφημα των ασεβών Νικητών της Πατρίδος της».[6] Με τον τρόπο αυτό η Μαρία Συγκλητική έθεσε τέρμα στη ζωή της και στη ζωή πολλών αιχμαλώτων που βρίσκονταν μαζί της, καταγράφοντας στην ιστορία την περήφανη και ένδοξη θυσία τους.

Σε απογραφές που έγιναν το 1570, στην Αμμόχωστο καταμετρούνται περί τις 4.000-10.000 στρατιώτες (οι πλείστοι Κύπριοι, αλλά μη ασκημένοι στα όπλα) και 8.000-10.000 κάτοικοι (τα γυναικόπαιδα και γενικά ο άμαχος πληθυσμός είχε μεταφερθεί εκτός της πόλης). Τον Απρίλιο 1571 οι στρατιώτες ανέρχονται σε 5.796 (πολύ λιγότεροι από τη Λευκωσία), ενώ οι κάτοικοι αυξάνονται σε 18.735 (φαίνεται ότι συγκεντρώθηκαν από την επαρχία). Γενικά υπήρχε περίπου ίση συμμετοχή Ενετών, Αλβανών και Κυπρίων.  Η άμυνα είναι πιο καλά οργανωμένη από της Λευκωσίας και επιστρατεύονται και αξιοποιούνται οι κάτοικοι και οι χωρικοί. Πολλοί χάνουν τη ζωή τους στις πολεμικές συγκρούσεις, αλλά και λόγω ασθενειών.[7] Πέρα από τους μισούς υπερασπιστές της πόλης σκοτώθηκαν στην πολιορκία. Από τις περίπου 4.000 Έλληνες στρατιώτες μόνο 800 επέζησαν. Οι στρατιώτες είχαν αποδεκατιστεί σε τέτοιο βαθμό, που δημιουργήθηκε σοβαρότατο πρόβλημα επάνδρωσης των επάλξεων. Επιπλέον και τα πολεμοφόδια και τα τρόφιμα είχαν σχεδόν εξαντληθεί πλήρως.

Αρκετοί Κύπριοι συμμετείχαν στον πόλεμο και με τις δύο πλευρές. Ο Λαλά Μουσταφά είχε εξαναγκάσει Κυπρίους να εργαστούν στα αναχώματα, στις τάφρους και στα άλλα έργα που είχαν κατασκευαστεί κατά την πολιορκία της Αμμοχώστου. Άλλοι  υπηρέτησαν τους Ενετούς, είτε ως στρατιώτες, είτε σε βοηθητικές υπηρεσίες. Κατά την πολιορκία της Αμμοχώστου μνημονεύεται για την ανδρεία και τον ηρωισμό του ένας Κύπριος με το όνομα Μαρμαράς. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της αμυντικής στρατηγικής της Αμμοχώστου ήταν οι συχνές τολμηρές έξοδοι και αντεπιθέσεις κατά των οθωμανικών δυνάμεων. Από την πλευρά του, ο Μουσταφά ακολουθεί την επιτυχή τακτική της Λευκωσίας, όμως η αποτυχία τον αναγκάζει να εφαρμόσει πόλεμο φθοράς μέχρι να εξαντληθούν τα πολεμοφόδια, τα τρόφιμα και οι αξιόμαχοι άνδρες.

Τον Απρίλιο του 1571 επανέρχεται ο οθωμανικός στόλος υπό τον Πιαλέ Πασά. Ακολουθεί η άφιξη ενισχύσεων και προμηθειών από τη Συρία, την Καραμανία και την Αίγυπτο και η πολιορκία επαναρχίζει δριμύτερη. Οι Ενετοί, με την έγκριση του Μουσταφά, αποστέλλουν πίσω στα χωριά τους 3.660 άμαχους χωρικούς, για σκοπούς εξοικονόμησης τροφίμων. Γενικά η συμπεριφορά του Μουσταφά προς τους Έλληνες κατοίκους ήταν ήπια, αποσκοπώντας σε υποστήριξή τους εναντίον των Ενετών. Οι επιθέσεις κατά της πόλης επαναρχίζουν. Το πυροβολικό σφυροκοπά ακατάπαυστα τα τείχη και την πόλη, ενώ οι αλλεπάλληλες έφοδοι προκαλούν μεγάλο αριθμό ανθρώπινων θυμάτων. Η κόλαση των τηλεβόλων και των πυρκαγιών καταστρέφει τα μεγαλοπρεπή οικοδομήματα, τους πορτοκαλεώνες, τις κατοικίες, τις πηγές νερού, ενώ η μάστιγα της πείνας σταδιακά εξασθενίζει τους κατοίκους. Οι υπερασπιστές της πόλης, Ιταλοί, Κύπριοι, Αλβανοί, με επί κεφαλής τον γενναίο Καπιτάνο Μαρκαντώνιο Βραγαδίνο (Marco Antonio Bragadin ή Marcantonio Bragadin ή Bragadino), τον στρατηγό Μπαλιόνε (Astorre Baglione ή Astore Baglioni), τον αρχηγό του πυροβολικού Μαρτινέγκο (Luigi Martinengo), τον διοικητή της Πάφου Τιέπολο (Lorenzo Tiepolo), τον διοικητή του ιππικού Μανώλη Σπηλιώτη και άλλους, ορκίζονται στον Χριστό και ανθίστανται σθεναρά, όμως υφίστανται μεγάλες απώλειες.

Μετά την τέταρτη τουρκική επίθεση, το τέλος Ιουλίου 1571,  υψώθηκαν λευκές σημαίες και ο Μουσταφά ζήτησε την παράδοση της πόλης με επιστολή «εσφραγισμένην χρυσώ», αλλά οι υπερασπιστές τον απέρριψαν, λέγοντας ότι «η πόλις είναι διατεθειμένη ν’ αγωνισθή και υπέρ της εσχάτης σπιθαμής των τειχών τούτων».[8] Οι μεγάλες έφοδοι των Οθωμανών κατά της Αμμοχώστου ήταν συνολικά επτά, όπως αφηγείται ο στρατηγός Gatto,[9] που είχε πολεμήσει στην Αμμόχωστο και συλληφθεί αιχμάλωτος μετά την παράδοσή της. Αλλά και οι υπερασπιστές, στα αρχικά στάδια, επιχειρούσαν θαρραλέες εξόδους. Η πολιορκία της Αμμοχώστου θεωρείται από πολλούς ιστορικούς ως ένα από τα πιο γενναία έπη στρατιωτικής πολιορκίας στην παγκόσμια ιστορία. Οι στρατιωτικές δυνάμεις των δύο πλευρών ήταν δραματικά δυσανάλογες. Ο οθωμανικός στρατός αυξήθηκε σταδιακά και έφθασε, κατά μερικές αναφορές, τουλάχιστον τις 200.000 (πιθανόν να ξεπερνούσε τον συνολικό αριθμό των κατοίκων της Κύπρου!) με την υποστήριξη 100-150 κανονιών. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι οι Οθωμανοί έριξαν πάνω από 150.000 οβίδες (τις τελευταίες εβδομάδες 2.000-4.000 μέρα και νύκτα), επικεντρώνοντας τους κανονιοβολισμούς τους στην Πύλη της Λεμεσού, τον πύργο των Andruzzi και τους προμαχώνες Ravelin και Ναυστάθμου. Και οι πολιορκημένοι πυροβολητές ανταποδίδουν με εύστοχες βολές, όμως τους τελευταίους τρεις μήνες τελειώνουν τα αποθέματα πυρίτιδας. Τις νύκτες οι πολιορκημένοι επιδιορθώνουν τα ανατιναχθέντα τείχη τοποθετώντας βρεγμένο χώμα (που μεταφέρουν από τις τάφρους, περνώντας από την Πύλη της Λεμεσού) σε σακιά κατασκευασμένα από υφάσματα μεγάλης αξίας. Η αποφασιστικότητα, το κουράγιο, η εκπληκτική επινοητική ικανότητα και η απαράμιλλη γενναιότητα των υπερασπιστών της Αμμοχώστου υποχρέωσαν τις δυσανάλογα υπέρτερες δυνάμεις του Λαλά Μουσταφά σε μια σκληρή, πολύμηνη πολιορκία και επέφερε στους επιδρομείς φοβερές απώλειες. Υπολογίζεται ότι οι απώλειες των Οθωμανών ανήλθαν στις 80.000 στην Κύπρο, 50.000 μόνο στην Αμμόχωστο. Αλλά και οι απώλειες των υπερασπιστών της Αμμοχώστου υπήρξαν κατ’ αναλογίαν (όχι βεβαίως σε απόλυτους αριθμούς) ακόμη μεγαλύτερες.

Η πολιορκία κράτησε από τον Σεπτέμβριο 1570 μέχρι την παράδοση της πόλης  στις 5 Αυγούστου 1571, σχεδόν 11 ολόκληρους μήνες. Οι πολλές μαζικές  έφοδοι αποκρούστηκαν από τους ολιγάριθμους υπερασπιστές της πόλης, που αγωνίστηκαν ηρωικά, παρά τις βαρύτατες απώλειες. Είχαν όλοι χύσει το αίμα τους, υποστεί τα πάνδεινα και αγωνιστεί υπεράνθρωπα. Η αντίσταση των τελευταίων δύο μηνών ήταν πραγματικά αξιοθαύμαστη. Τον Ιούλιο 1571 ο Λαλά Μουσταφά αποστέλλει με βέλος μήνυμα στον Βραγαδίνο για παράδοση της πόλης με ελεύθερη διέλευση των στρατιωτών προς την Κρήτη. Ύστερα από σύσκεψη με αντιτιθέμενες απόψεις, αποφασίζεται η απόρριψη της πρότασης, αφού, κατά την άποψη πολλών, θα ισοδυναμούσε με προδοσία. Σταδιακά, όμως, οι πολιορκημένοι υπερασπιστές της Αμμοχώστου, καταβλήθηκαν από την πείνα και τις κακουχίες, και έφθασαν στα έσχατα όρια της αντοχής τους. Δεν είχαν πλέον πολεμοφόδια και τρόφιμα και αναγκάστηκαν να τρέφονται με άλογα, σκύλους και αρουραίους. Οι ασθένειες και οι βομβαρδισμοί τούς εξολόθρευαν, ενώ πλέον εξανεμίστηκε κάθε πιθανότητα για βοήθεια από τη Δύση, αφού οι φρεγάτες που επανειλημμένα έστειλαν στον Χάνδακα της Κρήτης δεν έφεραν κανένα συγκεκριμένο σχέδιο, εκτός από κάποια ελπιδοφόρα μηνύματα. Η κατάσταση είναι πλέον απελπιστική και οι ειδικοί επί της άμυνας βεβαιώνουν ότι η πόλη δεν θα αντέξει σε μια νέα έφοδο. Όταν εξέλιπε και η τελευταία ελπίδα, ο Βραγαδίνος υποχρεώθηκε, ύστερα από συζήτηση με τους συμπολεμιστές του και τους προύχοντες της πόλης στις 30 Ιουλίου, να συνθηκολογήσει και να παραδοθεί. Τη νύκτα η πρόταση αποστέλλεται στους Οθωμανούς και την επαύριον ο Μουσταφά την αποδέχεται και προτείνει να ανταλλαγούν δύο όμηροι από κάθε πλευρά. Την 1η Αυγούστου υψώθηκε λευκή σημαία ανακωχής και ο  Βραγαδίνος διαπραγματεύθηκε με τον Λαλά Μουσταφά μια «έντιμη» συμφωνία παράδοσης της πόλης. Κατά τον A. Gatto,[10] οι όροι συνθηκολόγησης προνοούσαν: Οι Ιταλοί υπερασπιστές της Αμμοχώστου (και όσοι από τους Κυπρίους, Αλβανούς κλπ το επέλεγαν) θα αφήνονταν ελεύθεροι και θα τους επιτρεπόταν να αναχωρήσουν σώοι και ασφαλείς για την Κρήτη, με τον οπλισμό (πέντε κανόνια, τα προσωπικά τους όπλα κλπ), τις αποσκευές και τις οικογένειές τους. Οι Έλληνες (Κύπριοι) θα είχαν την επιλογή να παραμείνουν με ασφάλεια στο νησί, ελεύθεροι και κύριοι της τιμής και της περιουσίας τους. Θα τους παρεχόταν χρονικό περιθώριο δύο ετών για να αποφασίσουν εάν θα έφευγαν από την Κύπρο, οπότε θα τους παραχωρείτο ασφαλής έξοδος για μετάβαση στη Βενετία (ή όπου αυτοί θα επέλεγαν). Ο Λαλά Μουσταφά (κατά μία εκδοχή) δεν αποδέχθηκε μόνο τον όρο για μεταφορά του οπλισμού στα πλοία, και ακολούθως υπεγράφη αμέσως η συνθηκολόγηση, αφού ο Μουσταφά ανησυχούσε μήπως καταφθάσει ο χριστιανικός στόλος.

Τη νύκτα της 5ης Αυγούστου 1571, όταν οι πιο πολλοί Ιταλοί, με τις αποσκευές τους, είχαν επιβιβαστεί στα πλοία, ο Βραγαδίνος επισκέφθηκε τον Λαλά Μουσταφά στο αντίσκηνό του για να του παραδώσει τα κλειδιά της πόλης. Συνοδευόταν από πολλούς αξιωματούχους και εκπροσώπους της πόλης, σε επίσημη μεγαλοπρεπή και θεαματική πομπή, με υπερηφάνεια και αξιοπρέπεια. Ακολουθεί συζήτηση, η οποία σταδιακά εκτραχύνεται. Σε κάποιο στάδιο τα πράγματα εξελίσσονται σε σύγκρουση. Ο Λαλά Μουσταφά κατηγορεί τους Ενετούς ότι κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας είχαν καταστρέψει συστηματικά τις προμήθειες στις αποθήκες και είχαν εκτελέσει τους Οθωμανούς αιχμαλώτους. Ο Βραγαδίνος απαντά ότι επρόκειτο για μεμονωμένες καταστροφές και ότι μερικοί αιχμάλωτοι είχαν σταλεί στη Βενετία, ενώ οι υπόλοιποι βρίσκονταν στις φυλακές της Αμμοχώστου. Ο Λαλά Μουσταφά απαιτεί ομήρους ως εγγύηση για την ασφάλεια των καραβιών που θα απέπλεαν για την Κρήτη και προφασιζόμενος ότι οι πολιορκημένοι είχαν παραβεί τους όρους της παράδοσης, καταπατά τις δεσμεύσεις του, προφανώς φοβερά εκνευρισμένος όταν συνειδητοποίησε τις τεράστιες απώλειές του. Αποκεφαλίζει τον Astore Baglioni και τους άλλους συνοδούς του Βραγαδίνου και τον ίδιο τον υποβάλλει σε φρικτά βασανιστήρια. Αρχικά τον αναγκάζει να σκύψει και προσποιείται τρεις φορές ότι θα τον αποκεφαλίσει, αλλά του αποκόπτει τα αυτιά και τη μύτη. Οι στρατιώτες που είχαν επιβιβαστεί στις γαλέρες, αλυσοδένονται, αφού χωρίζονται από τις οικογένειές τους. Τα κεφάλια των εκτελεσθέντων (περί τα 350) εκτίθενται στην πλατεία της πόλης. Οι κάτοικοι εξαναγκάζονται να εργαστούν για τις επιδιορθώσεις των οχυρώσεων και των τάφρων.

Στις 15 Αυγούστου 1571,[11]  ο Λαλά Μουσταφά εισέρχεται θριαμβευτικά και επίσημα στην κατεστραμμένη Αμμόχωστο. Η Αμμόχωστος παραδόθηκε, δεν κυριεύθηκε, όπως και σε άλλες περιπτώσεις στην ιστορία της. Μια από τις πρώτες του ενέργειες ήταν να ιεροσυλήσει στον καθεδρικό του Αγίου Νικολάου, καταστρέφοντας τα μνημεία και σκορπίζοντας τα οστά από τις σαρκοφάγους στη θάλασσα. Οι ορδές του έσφαξαν, λεηλάτησαν, έκαψαν και κατέστρεψαν την άλλοτε ένδοξη πόλη. Διέπραξαν εξισλαμισμούς, εξανδραποδισμούς, ατιμώσεις, αρπαγές και ωμότητες. Πολλές γυναίκες βιάστηκαν μπροστά στα μάτια των έντρομων δικών τους. Οι σκηνές βίας και θηριωδίας επεκτάθηκαν και στα καράβια, όπου είχαν παραμείνει οι άμαχοι που επρόκειτο να μεταφερθούν στην Κρήτη.

Παράλληλα δίδει οδηγίες για τον βασανισμό του Βραγαδίνου. Ύστερα από 10 μέρες στα μπουντρούμια, τον περιφέρουν στην πόλη και τον αναγκάζουν να μεταφέρει έναν σάκο χώμα στην κορυφή όλων των προμαχώνων. Στη συνέχεια τον δένουν σε έναν κορμό στα περιβόλια του Βαρωσιού και ακολούθως σε μια γαλέρα. Αλυσοδεμένος μεταφέρεται στην πλατεία, όπου του προτείνουν να εξισλαμιστεί. Αρνείται, αλλά ο υπηρέτης του αλλαξοπιστεί, για να παραμείνει κοντά στον κύριό του. Ο Βραγαδίνος γυμνώνεται και δένεται στον ιστό της σημαίας ή σε δύο κίονες μπροστά στον καθεδρικό ναό και αρχίζουν να τον γδέρνουν ζωντανό. Ο Calepio[12] περιγράφει με ανατριχιαστική λεπτομέρεια τη βασανιστική διαδικασία. Ο Βραγαδίνος υφίσταται το  μαρτύριο καρτερικά και με εκπληκτική γενναιότητα, ψιθυρίζοντας προσευχές. Η εκδορά άρχισε από το κεφάλι, προχώρησε στον λαιμό και στο στήθος και όταν ο Βραγαδίνος γδάρθηκε μέχρι τον ομφαλό, εξέπνευσε. Ο δήμιος συνέχισε την εκδορά μέχρι τέλους, το σώμα του τεμαχίστηκε, τον αποκεφάλισαν και το κεφάλι εκτέθηκε στην πλατεία καρφωμένο σε μια σημαία, ενώ τα υπόλοιπα μέρη στους προμαχώνες. Το δέρμα του παραγεμίστηκε με άχυρο και βαμβάκι, και το παρήλασαν στους δρόμους της Αμμοχώστου πάνω σε ένα βόδι, σε απομίμηση ενετικής πομπής. Στη συνέχεια, τα κεφάλια των αποκεφαλισθέντων και το παραγεμισμένο σώμα του Βραγαδίνου εκτέθηκαν ως τρόπαια σε μια γαλέρα και περιφέρθηκαν στις ακτές της Συρίας και της Καραμανίας. Τελικά, τοποθετήθηκαν σε ένα κιβώτιο για να μεταφερθούν στην Κωνσταντινούπολη.[13]

Οι ευγενείς της πόλης δηλώνουν υποτέλεια στον Μουσταφά, προσφέροντας χρηματικά ποσά. Οι Οθωμανοί κυκλοφορούν στην πόλη προβαίνοντας σε κάθε μορφής απρέπειες. Οι Ιταλοί αξιωματούχοι εξαγοράζουν την ελευθερία τους εκχωρώντας σημαντικές περιουσίες. Στις 17 Αυγούστου ο Λαλά Μουσταφά παρίσταται σε τελετή στον καθεδρικό του Αγίου Νικολάου, ο οποίος μετατρέπεται σε τέμενος. Οι νέοι κατακτητές δεν εφαρμόζουν τα απαραίτητα μέτρα για την πρόληψη ασθενειών. Δεν επιβάλλουν το μέτρο της καραντίνας στους επιβάτες ενός πλοίου από τη Συρία, με αποτέλεσμα να αποβιβαστούν μολυσμένοι από πανώλη επιβάτες. Η επιδημία που μεταδόθηκε προκάλεσε 60.000 θανάτους στην Κύπρο τα επόμενα δύο χρόνια.

Ο Λαλά Μουσταφά απέπλευσε από την Αμμόχωστο στα τέλη Σεπτεμβρίου, αφού διόρισε beylerbey για να διοικεί το νησί, και έφθασε στην Κωνσταντινούπολη τον Νοέμβριο του 1571, μεταφέροντας το δέρμα του Βραγαδίνου και τις κεφαλές των αποκεφαλισθέντων αξιωματικών, καθώς και πολλούς Λατίνους αιχμαλώτους και λάφυρα. Ανέμενε ότι ο κατακτητής της Κύπρου θα ετύγχανε μιας θριαμβευτικής υποδοχής. Όμως βρήκε τον λαό της Κωνσταντινούπολης κλεισμένο στα σπίτια του να θρηνεί. Μερικές εβδομάδες πριν, στις 7 Οκτωβρίου 1571, διεξήχθη η περίφημη ναυμαχία της Ναυπάκτου, κατά την οποία ο οθωμανικός στόλος υπέστη μια φοβερή πανωλεθρία και οι ενωμένες ευρωπαϊκές ναυτικές δυνάμεις (που είχαν συγκροτηθεί βάσει της Sacra Liga μεταξύ του Πάπα, των Ενετών και της Ισπανίας τον Μάιο του 1571) πήραν σκληρή εκδίκηση για την άλωση της Αμμοχώστου. Σύμφωνα με τον Calepio[14] – ο οποίος κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Αμμοχώστου βρισκόταν φυλακισμένος στην Κωνσταντινούπολη – οι πλείστοι κάτοικοι είχαν χάσει κάποιο δικό τους και απέδιδαν την ευθύνη στον Μουσταφά. Μάλιστα οι ειδικοί πιστεύουν ότι η αντίσταση της Αμμοχώστου είχε συμβάλει ουσιαστικά στη νίκη των χριστιανικών δυνάμεων στη Ναύπακτο, αφού μεγάλο τμήμα του τουρκικού στόλου έμεινε καθηλωμένο στην Αμμόχωστο για τόσους μήνες. Ο κόσμος θεωρούσε ότι ο Λαλά Μουσταφά ήταν ο κύριος αίτιος για την καταστροφή του στόλου, επειδή με την κυρίευση της Κύπρου προκάλεσε την οργή της χριστιανικής Ευρώπης. Ο Λαλά Μουσταφά τελικά παρέδωσε στον Σουλτάνο Σελίμ Β΄, ως τεκμήρια της επιτυχίας του, τα ταριχευμένα κομμένα κεφάλια των πιο γενναίων υπερασπιστών της Αμμοχώστου και το παραγεμισμένο δέρμα του Μαρκαντώνιου Βραγαδίνου. Αργότερα, το δέρμα εκλάπη ή κατ’ άλλους αγοράστηκε σε πολύ ψηλή τιμή από τον αδελφό του Βραγαδίνου Antonio και τους γυιους του, και το 1596 ετάφη στον ναό των Αγίων Giovanni e Paolo στη Βενετία.

Το γδάρσιμο και ο μαρτυρικός θάνατος του Μαρκαντώνιου Βραγαδίνου και των συντρόφων του, οι σφαγές των γυναικοπαίδων, η λεηλασία και η καταστροφή της πόλης ολοκλήρωσαν το έργο των Οθωμανών. Η πτώση της πόλης στα χέρια ενός νέου κατακτητή ήταν πλέον γεγονός. Συνοπτικά, οι αιτίες της πτώσης της Αμμοχώστου, παρά την ηρωική αντίσταση, ήταν ορισμένα λάθη στρατηγικής των Ενετών, η απουσία αμυντικής αυτονομίας στο νησί, η παράλειψη επιτήρησης των θαλασσίων οδών της Ανατολικής Μεσογείου, η αναποτελεσματική συμμαχία με την Ισπανία και η αποτυχία της Ιεράς Συμμαχίας να αποστείλει ενισχύσεις. Ειδικά στην Αμμόχωστο, μια σοβαρή αιτία ήταν ο μεγάλος αριθμός θανάτων των Ενετών αξιωματικών λόγω ασθενειών, αφού οι ενετικές αρχές παρέλειψαν να υλοποιήσουν το σχέδιο αποξήρανσης των ελών της Κωνσταντίας το 1566. Καθοριστική βεβαίως ήταν η έλλειψη τροφίμων και πολεμοφοδίων.

Η κατάκτηση της Κύπρου ήταν ένα από τα τελευταία και  σημαντικότερα στρατιωτικά επιτεύγματα των Οθωμανών. Μια από τις πρώτες ενέργειές τους ήταν να αποκαταστήσουν τις οχυρώσεις της Αμμοχώστου, διαθέτοντας σημαντικές δαπάνες, για να αντικρούσουν τυχόν Δυτική επίθεση. Το λιμάνι έπαυσε να χρησιμοποιείται, ο πλούτος και η δόξα της πόλης έσβησαν. Την περίοδο αμέσως μετά την κατάληψη της πόλης ακολούθησε σοβαρός λιμός, λόγω μη καλλιέργειας της γης των πεδιάδων. Η Αμμόχωστος διεγράφη – έστω προσωρινά – από το προσκήνιο της ιστορίας και, όπως υποδηλοί το όνομά της, θάφτηκε ακόμα πιο βαθιά στην άμμο. Οι Χριστιανοί που διέφυγαν το οθωμανικό μένος και επέζησαν, εγκατέλειψαν την πόλη τους. Κάποιοι έφυγαν για τη Βενετία και την Ευρώπη, άλλοι μετακινήθηκαν σε άλλες πόλεις και χωριά, ενώ πολλοί εγκαταστάθηκαν έξω από την Αμμόχωστο, προς τα νότια, εκεί που βρίσκονταν τα περιβόλια τους, δημιουργώντας τη νέα Αμμόχωστο, την πόλη των Βαρωσίων. Με την πτώση της Αμμοχώστου ολοκληρώθηκε η κατάκτηση της Κύπρου, η οποία ενσωματώθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ως μια άσημη επαρχία, μετά από έναν σχεδόν αιώνα ενετικής κατοχής. Η Αμμόχωστος και η Κύπρος θα παραμείνουν υπό οθωμανικό ζυγό για τους επόμενους τρεις αιώνες

Τον Μάρτιο 1573 οι Ενετοί συνήψαν ειρήνη με την Υψηλή Πύλη και συγκατατέθηκαν στην κατοχή της Κύπρου από τους Οθωμανούς. Οι προσπάθειες είχαν αρχίσει το 1572, αλλά, όπως αναφέρει ο Donne,[15] ο Βεζίρης απάντησε στους Ενετούς ότι «Εσείς ξυρίσατε το μάγουλό μας, όμως η γενειάδα μας μεγαλώνει πάλι, ενώ εμείς αποκόψαμε το χέρι σας και ποτέ δεν μπορείτε να το αντικαταστήσετε». Όσο για τον Σελίμ, δεν έζησε πολύ για να χαρεί την κατάκτηση της Κύπρου. Αιτία του θανάτου του, το αγαπημένο του κυπριακό κρασί (το οποίο – σύμφωνα με ορισμένες αναφορές –  αποτελούσε την αιτία της επιδίωξής του να καταλάβει το νησί): έχοντας καταναλώσει ένα μπουκάλι, γλίστρησε στο μαρμάρινο πάτωμα του λουτρού του και πέθανε το 1574 (σύμφωνα με φήμη που κυκλοφόρησε κυρίως στη Δύση).

 

[1] Πολλές πληροφορίες για την Πολιορκία της Αμμοχώστου προέρχονται από τη μελέτη του Gilles Grivaud, Η Κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς, στο έργο Ιστορία της Κύπρου, Τόμος ΣΤ΄, Τουρκοκρατία, ο.π., σ.1-182.

[2] Λεόντιος Μαχαιράς, ’Εξήγησις τῆς γλυκείας χώρας Κύπρου, ἡ ποία λέγεται Κρόνακα τουτέστιν Χρονικ(όν), ed.R.M.Dawkins, Oxford 1932, §482.

[3] Angelo Gatto, Διήγησις της Τρομεράς Πολιορκίας και Αλώσεως της Αμμοχώστου, ο.π., σ.41.

[4] Gilles Grivaud, Η Κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς, Ιστορία της Κύπρου, Τόμος ΣΤ΄, Τουρκοκρατία, ο.π., σ.137.

[5] Sir George Hill, A History of Cyprus, vol.III,  ο.π., σ.949.

[6] Αρχιμανδρίτης Κυπριανός, Ιστορία Χρονολογική της Νήσου Κύπρου, Λευκωσία 1971 (ανατύπωση της έκδοσης 1788, Βενετία)  σ.293.

[7] Gilles Grivaud, Η Κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς, Ιστορία της Κύπρου, Τόμος ΣΤ΄, Τουρκοκρατία, ο.π., σ.53,93,98.

[8] Angelo Gatto, Διήγησις της Τρομεράς Πολιορκίας και Αλώσεως της Αμμοχώστου, ο.π., σ.88.

[9] Ibid., σ.69-93.

[10] Ibid., σ.94.

[11] Κατ’ άλλους στις 7, 8, 9 ή 17 Αυγούστου. Δεν υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα για τις ημερομηνίες των γεγονότων της παράδοσης κλπ, λόγω διαφoρετικών εκδοχών.

[12] Angelo Calepio, στο C.D.Cobham, Excerpta Cypria, Materials for a History of Cyprus, Cambridge 1908, σ.156-7.

[13] Ο κόντε Βραγαδίνο (Conte Bragadin), απόγονος του Μαρκαντώνιου, επισκέφθηκε την Αμμόχωστο μερικές φορές. Το 1935, ως δόκιμος αξιωματικός του ναυτικού. Μάλιστα γλύστρησε και κινδύνευσε να πέσει από έναν ιστό του πλοίου, οπότε σκέφθηκε ότι θα ήταν κακό να πεθάνει και δεύτερος Βραγαδίνος στην Κύπρο! Το 1961 τελέσθηκε μνημόσυνο στον Άγιο Γεώργιο Εξορινό. Ακολούθησε επίσκεψη στα μέσα της δεκαετίας, με ξενάγηση, μεταξύ άλλων, και στο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου (Άι Γιωρκούιν, προς τη Σαλαμίνα, απέναντι από τον Καράολο). Το 1971, με την ευκαιρία 400 χρόνων από τον θάνατο του Βραγαδίνου, η οικογένεια (ο κόντε, η κοντέσσα και δύο τέκνα) φιλοξενήθηκαν από τον Ευάγγελο Λουίζο. Έγινε επιμνημόσυνη δέηση στο Άι Γιωρκούιν. Μετά τη δέηση,  μερικοί παλιοί κάτοικοι γειτονικών χωριών επιβεβαίωσαν στον Bragadin  ότι, σύμφωνα με την παράδοση, κάποιο μέρος του σώματος ή ένα αντικείμενο του Βραγαδίνου είχε ταφεί ή φυλαχθεί εκεί. Ακολούθησε γεύμα στην »παράγκα» του Ευάγγελου στην παραλία και το βράδυ η κοντέσσα έδωσε διάλεξη με θέμα τον Μαρκαντώνιο. Τα πιο πάνω αποτελούν πληροφορίες από άτομα που συμμετείχαν στα γεγονότα (Κλειώ Χατζηκώστα, Ανδρούλα Παπαδοπούλου, κ.ά.).

[14] Angelo Calepio, στο C.D.Cobham, Excerpta Cypria, ο.π., σ.160.

[15] Benjamin Donne, Records of the Ottoman Conquest of Cyprus, Limassol 1885, Nicosia 2000, σ.101.

Advertisements

Ετικέτες: , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s